«Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε», είπε στον Θομ. «Θα πάω κατευθείαν το γράμμα». Κοίταξε τις χειράμαξες και τα κάρα που διέσχιζαν το πλήθος, καθώς και τα μαγαζιά που επεδείκνυαν τα αγαθά τους. «Σε αυτή την πόλη μπορείς να κερδίσεις αρκετό χρυσάφι, Θομ, αν βρεις πού παίζουν ζάρια ή χαρτιά». Δεν ήταν τόσο τυχερός στα χαρτιά όσο στα ζάρια, αλλά βέβαια ελάχιστοι, εκτός από τους ευγενείς, έπαιζαν τέτοια παιχνίδια. Τέτοιους πρέπει να βρω για να παίξω.
Ο Θομ τον κοίταξε με ένα χασμουρητό και κουκουλώθηκε με το μανδύα του, σαν να ήταν κουβέρτα. «Όλη νύχτα ήμασταν καβάλα, μικρέ. Άσε πρώτα να βρούμε κάτι να φάμε, τουλάχιστον. Η Ευλογία της Βασίλισσας προσφέρει καλό φαγητό». Χασμουρήθηκε ξανά. «Και μαλακά κρεβάτια».
«Το θυμάμαι», είπε αργά ο Ματ. Με κάποιον τρόπο, το θυμόταν. Ο πανδοχέας ήταν ένας χοντρός γκριζομάλλης, ο αφέντης Γκιλ. Η Μουαραίν είχε προφτάσει εκεί τον Ματ και τον Ραντ, πάνω που ο Ματ είχε πιστέψει ότι, επιτέλους, είχαν γλιτώσει απ’ αυτήν. Τώρα έχει πάει να παίξει το παιχνίδι της με τον Ραντ. Δεν έχει σχέση με μένα. Δεν έχει σχέση πια. «Θα σε βρω εκεί, Θομ. Είπα ότι θα ξεφορτωθώ αυτό το γράμμα μόλις φτάσω και το εννοώ. Πήγαινε εσύ».
Ο Θομ κατένευσε, έστριψε το άλογό του από την άλλη μεριά και φώναξε πάνω από τον ώμο του με ένα χασμουρητό. «Μη χαθείς, μικρέ. Είναι μεγάλη πόλη το Κάεμλυν».
Και πλούσια. Ο Ματ χτύπησε με τις φτέρνες το άλογό του και το οδήγησε στο δρόμο, ανάμεσα από το πλήθος. Να χαθώ! Ξέρω να βρω το δρόμο μου, που να πάρει. Η αρρώστια έμοιαζε να έχει σβήσει κομμάτια της μνήμης του. Μπορεί να κοίταζε ένα πανδοχείο, με τους πάνω ορόφους να προεξέχουν πλατύτεροι από το ισόγειο και την ταμπέλα του να τρίζει στον άνεμο, και να θυμόταν πως το είχε ξαναδεί, αλλά ταυτόχρονα να μη θυμάται τίποτα άλλο απ’ όσα φαίνονταν από το ίδιο σημείο. Εκατό βήματα δρόμου μπορεί να ξεπηδούσαν απότομα στη μνήμη του, αλλά τα τμήματα που ήταν πιο μπροστά και πιο πίσω παρέμεναν μυστηριώδη, σαν ζάρια που ήταν ακόμα στο κύπελλο.
Ακόμα και με τα κενά στη μνήμη του, ήταν βέβαιος πως δεν είχε βρεθεί ποτέ στην Έσω Πόλη ή στο Βασιλικό Παλάτι -δεν θα ξεχνούσα κάτι τέτοιο!― αλλά, όμως, δεν χρειαζόταν να θυμηθεί το δρόμο. Οι οδοί της Νέας Πόλης —ξαφνικά, θυμήθηκε το όνομα· ήταν το κομμάτι του Κάεμλυν που είχε ηλικία μικρότερη των δύο χιλιάδων ετών― πήγαιναν προς κάθε κατεύθυνση, αλλά οι κύριες λεωφόροι οδηγούσαν όλες προς την Έσω Πόλη. Οι Φρουροί στις πύλες δεν σταματούσαν κανέναν.
Μέσα σε εκείνα τα λευκά τείχη υπήρχαν κτίρια που σχεδόν θα ταίριαζαν στην Ταρ Βάλον. Οι στριφογυριστοί δρόμοι περνούσαν από κορυφές λόφων και οδηγούσαν σε λεπτούς πύργους, των οποίων οι κεραμιδοσκεπές λαμπύριζαν με εκατό χρώματα κάτω από το φως του ήλιου· σε άλλα σημεία, έβλεπες πιο κάτω πάρκα, των οποίων τα οχήματα ήταν για να φαίνονται από ψηλά, ή σου έδειχναν πανοραμικές όψεις ολόκληρης της πόλης, ως τις κυματιστές πεδιάδες και τα δάση παραέξω. Εδώ δεν είχε σημασία ποιους δρόμους θα ακολουθούσε. Όλοι πλησίαζαν ελικοειδώς το μέρος που αναζητούσε ― το Βασιλικό Παλάτι του Άντορ.
Σχεδόν αμέσως, βρέθηκε να διασχίζει την πελώρια ωοειδή πλατεία που ήταν μπροστά στο παλάτι, πλησιάζοντας τις ψηλές, επιχρυσωμένες πύλες του. Το κατάλευκο Παλάτι του Άντορ σίγουρα δεν θα ήταν εκτός τόπου ανάμεσα στα θαύματα της Ταρ Βάλον, με τους λιγνούς πύργους και τους χρυσούς θόλους του, που άστραφταν στον ήλιο, τις ψηλές βεράντες και τα περίτεχνα σκαλίσματα στην πέτρα. Με ένα και μόνο χρυσό φύλλο από εκείνα που στόλιζαν τους θόλους, θα μπορούσε να ζήσει ένα χρόνο στη χλιδή.
Στην πλατεία υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι σε άλλα σημεία, σαν να τη φύλαγαν για ξεχωριστές περιστάσεις. Καμιά δεκαριά Φρουροί στέκονταν μπροστά από τις κλειστές πόρτες, με τα τόξα φορεμένα χιαστί, όλα ακριβώς στην ίδια γωνία, πάνω στις γυαλιστερές πανοπλίες τους, με τα πρόσωπα κρυμμένα πίσω από τις στιλβωμένες προσωπίδες τους. Ένας γεροδεμένος αξιωματικός, που είχε ρίξει πίσω τον κόκκινο μανδύα του για να αποκαλύψει ένα χρυσό κόμπο στον ώμο του, έκανε βόλτες από τη μια άκρη της γραμμής των φρουρών ως την άλλη, κοιτάζοντας κάθε άντρα σαν να περίμενε ότι θα έβρισκε σκουριά ή σκόνη.