Ο Ματ τράβηξε τα χαλινάρια και χαμογέλασε. «Καλή σου μέρα, λοχαγέ».
Ο αξιωματικός γύρισε, κοιτάζοντάς τον μέσα από την προσωπίδα του με μάτια σαν χάντρες, θυμίζοντας παχουλό ποντίκι σε κλουβί. Ήταν πιο ηλικιωμένος απ’ όσο περίμενε ο Ματ —σίγουρα ήταν αρκετά μεγάλος για να μην έχει μόνο έναν κόμπο βαθμού― και το σώμα του ήταν παχύ, όχι γεροδεμένο. «Τι ζητάς, αγρότη;» ρώτησε τραχιά.
Ο Ματ πήρε μια βαθιά ανάσα. Πρέπει να τα πω ωραία. Να εντυπωσιάσω αυτό το βλάκα, για να μη με αφήσει να περιμένω όλη μέρα. Δεν θέλω να αναγκαστώ να δείξω το γράμμα της Άμερλιν μόνο και μόνο για να μην τις φάω. «Έρχομαι από την Ταρ Βάλον, από το Λευκό Πύργο, μεταφέροντας ένα γράμμα από —»
«Εσύ έρχεσαι από την Ταρ Βάλον, αγρότη;» Το στομάχι του χοντρού αξιωματικού τραντάχτηκε καθώς γελούσε, αλλά το γέλιο του σύντομα κόπηκε μαχαίρι και αγριοκοίταξε τον Ματ. «Δεν θέλουμε γράμματα από την Ταρ Βάλον, αλήτη, αν έχεις τέτοιο πράγμα. Η καλή μας Βασίλισσα —είθε να την ακολουθεί το Φως!― δεν δέχεται μηνύματα από το Λευκό Πύργο, μέχρι να της επιστραφεί η Κόρη-Διάδοχος. Δεν άκουσα ποτέ μαντατοφόρο από τον Πύργο να φορά σακάκι χωριάτη και φαρδύ παντελόνι. Μου είναι ολοφάνερο ότι σκαρώνεις κάποιο κόλπο, ίσως νομίζοντας ότι θα κερδίσεις λίγα νομίσματα αν ισχυριστείς ότι μεταφέρεις γράμματα, αλλά θα είσαι τυχερός αν δεν καταλήξεις σε κάποιο κελί της φυλακής! Αν έρχεσαι από την Ταρ Βάλον, γύρνα πίσω και πες στον Πύργο να επιστρέψει την Κόρη-Διάδοχο, πριν έρθουμε να την πάρουμε! Αν είσαι απατεώνας που ψάχνει για ασήμι, χάσου από τα μάτια μου, πριν βάλω να σε κάνουν τ’ αλατιού! Όπως κι αν έχει, ανόητε κατεργάρη, εξαφανίσου!»
Ο Ματ προσπαθούσε να μιλήσει από την αρχή αυτού του κατεβατού. Είπε βιαστικά: «Το γράμμα είναι απ’ αυτήν, άνθρωπέ μου. Είναι από —»
«Δεν σου είπα να χαθείς, αχρείε;» μούγκρισε ο χοντρός. Το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει κι είχε γίνει σχεδόν σαν το σακάκι του. «Φύγε από μπροστά μου, άθλιο σίχαμα! Αν δεν έχεις φύγει μέχρι να μετρήσω ως το δέκα, θα σε συλλάβω, επειδή λερώνεις την πλατεία με την παρουσία σου! Ένα! Δύο!»
«Μπορείς να μετρήσεις μέχρι τόσο, χοντροβλάκα;» ξέσπασε ο Ματ. «Σου λέω, η Ηλαίην έστειλε —»
«Φρουροί!» Το πρόσωπο του αξιωματικού τώρα είχε μπλαβίσει. «Συλλάβατε αυτό τον άνθρωπο, με την κατηγορία ότι είναι Σκοτεινόφιλος!»
Ο Ματ δίστασε για μια στιγμή, βέβαιος ότι κανένας δεν θα έπαιρνε στα σοβαρά τέτοια κατηγορία, αλλά οι Φρουροί με τα κόκκινα σακάκια χίμηξαν πάνω του —οι δέκα Φρουροί με τους θώρακες και τα κράνη τους― οπότε γύρισε το άλογό του από την άλλη και κάλπασε μακριά τους, ακολουθούμενος από τις κραυγές του χοντρού αξιωματικού. Το μουνούχι δεν ήταν άλογο κούρσας, αλλά άφησε με άνεση πίσω του τους πεζούς Φρουρούς. Οι άνθρωποι στους φιδίσιους δρόμους πετιόνταν στο πλάι για να τον αποφύγουν, κουνώντας τη γροθιά τους πίσω του και λούζοντάς τον με βρισιές, κάτι που έκανε και ο αξιωματικός.
Βλάκα, σκέφτηκε, εννοώντας το χοντρό αξιωματικό και μετά το επανέλαβε με αποδέκτη τον εαυτό του. Έφτανε να πω το όνομά της από την αρχή. «Η Ηλαίην, η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ, στέλνει αυτό το γράμμα στη μητέρα της, τη Βασίλισσα Μοργκέις». Φως μου, ποιος να φανταζόταν ότι θα έτρεφαν τέτοια συναισθήματα για την Ταρ Βάλον; Απ’ ό,τι θυμόταν από την τελευταία του επίσκεψη, οι Άες Σεντάι και ο Λευκός Πύργος έρχονταν δεύτερα στη συμπάθεια των Φρουρών, μετά τη Βασίλισσα Μοργκέις. Που να καείς, Ηλαίην, ας μου το έλεγες. Ύστερα, πρόσθεσε απρόθυμα: Κι εγώ, βέβαια, ας έκανα μερικές ερωτήσεις πρώτα.
Πριν φτάσει στην αψιδωτή πύλη, που έβγαζε στη Νέα Πόλη, τράβηξε τα γκέμια για να κόψει ταχύτητα το άλογο και να συνεχίσει με ήρεμο βήμα. Δεν πίστευε ότι θα τον κυνηγούσαν ακόμα οι Φρουροί του Παλατιού και δεν υπήρχε λόγος να κινήσει την προσοχή των άλλων στην πύλη καλπάζοντας, αλλά αυτοί δεν του έδωσαν περισσότερη σημασία από πριν.
Καθώς περνούσε κάτω από την πλατιά καμάρα, χαμογέλασε και παραλίγο να γυρίσει πίσω. Ξαφνικά, είχε θυμηθεί κάτι και του είχε έρθει μια ιδέα, που του άρεσε πολύ περισσότερο από το να διασχίσει τις πύλες του Παλατιού. Ακόμα κι αν δεν ήταν εκεί ο χοντρός αξιωματικός για να παρακολουθεί τις πύλες, του φάνηκε ότι έτσι θα ήταν καλύτερα.
Χάθηκε δυο φορές ψάχνοντας για την Ευλογία της Βασίλισσας, τελικά, όμως, βρήκε την ταμπέλα, που έδειχνε έναν άντρα να γονατίζει μπροστά σε μια γυναίκα με χρυσοκόκκινα μαλλιά και ένα στέμμα από χρυσά τριαντάφυλλα, με το χέρι της στο κεφάλι του. Ήταν ένα πλατύ, πέτρινο κτίριο, διώροφο, με μεγάλα παράθυρα, ακόμα κι εκεί ψηλά, κάτω από τα κόκκινα κεραμίδια της σκεπής. Πήγε στο στάβλο που ήταν από πίσω, όπου ένας αλογομούρης με πέτσινο γιλέκο, το οποίο δεν έμοιαζε να είναι σκληρότερο από το δικό του δέρμα, πήρε τα γκέμια του αλόγου του Ματ. Του Ματ του φάνηκε γνωστός. Ναι. Ο Ράμεϋ.