Выбрать главу

«Πέρασε πολύς καιρός, Ράμεϋ». Ο Ματ του πέταξε ένα ασημένιο μάρκο. «Με θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»

«Για να πω την αλήθεια...» άρχισε να λέει ο Ράμεϋ και μετά είδε τη λάμψη του ασημιού, εκεί που περίμενε χάλκινο νόμισμα· έβηξε και το κοφτό νεύμα του μετατράπηκε σε κάτι ανάμεσα σε χειρονομία σεβασμού με τα δάχτυλα στο μέτωπο και σε σπασμωδική υπόκλιση. «Μα και βέβαια σε θυμάμαι, νεαρέ αφέντη. Συγχώρα με. Μου διέφυγε. Το μυαλό μου δεν συγκρατεί ανθρώπους. Μόνο για τα άλογα είναι καλό. Ξέρω καλά από άλογα. Ωραίο ζώο, νεαρέ αφέντη. Θα το προσέξω εγώ, να είσαι βέβαιος». Η γλώσσα του πήγαινε ροδάνι, δίχως να αφήνει τον Ματ να βγάλει λέξη· ύστερα, πήρε το μουνούχι στο στάβλο, πριν αναγκαστεί να πει το όνομα του Ματ.

Με μια ξινή έκφραση, ο Ματ πήρε παραμάσχαλα το δέμα με τα πυροτεχνήματα και έριξε στον ώμο τα υπόλοιπα πράγματά του. Ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα ποιος είμαι. Ένας γεροδεμένος, με μεγάλους μυς, καθόταν σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι πλάι στην είσοδο της κουζίνας και έξυνε τρυφερά το αυτί μιας ασπρόμαυρης γάτας, που ζάρωνε στο γόνατό του. Εξέτασε τον Ματ με βαρύ βλέμμα και ειδικά τη ράβδο στον ώμο του, αλλά δεν έπαψε να ξύνει το ζώο. Ο Ματ σκέφτηκε ότι τον γνώριζε, αλλά δεν θυμόταν το όνομά του. Δεν είπε τίποτα καθώς έμπαινε μέσα, ούτε και ο άλλος. Δεν υπάρχει λόγος να με θυμούνται. Μάλλον θα έχουν τις άτιμες τις Άες Σεντάι να έρχονται κάθε μέρα, ψάχνοντας κόσμο.

Στην κουζίνα, δύο βοηθοί μάγειρα και τρεις λαντζιέρηδες έτρεχαν ανάμεσα σε φούρνους και σούβλες, υπό την καθοδήγηση μιας αφράτης γυναίκας, που είχε τα μαλλιά χτενισμένα κότσο και χρησιμοποιούσε μια μακριά, ξύλινη κουτάλα για να δείχνει τι ήθελε να κάνουν. Ο Ματ ήταν σίγουρος ότι τη θυμόταν. Κολάιν είναι το όνομά της, όμως όλοι τη φώναζαν Μαγείρισσα.

«Γεια και χαρά σου, Μαγείρισσα», ανακοίνωσε. «Ξαναγύρισα και δεν είναι ούτε χρόνος που έφυγα».

Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή και ύστερα κατένευσε. «Σε θυμάμαι». Αυτός έκανε να χαμογελάσει. «Ήσουν με εκείνο το νεαρό πρίγκιπα, έτσι δεν είναι;» συνέχισε αυτή. «Εκείνον που ήταν φτυστός η Τιγκραίν, που το Φως να λάμπει στη μνήμη της. Είσαι ο υπηρέτης του, σωστά; Θα ξανάρθει, λοιπόν, ο νεαρός πρίγκιπας;»

«Όχι», είπε απότομα ο Ματ. Πρίγκιπας! Φως μου! «Δεν νομίζω να έρθει σύντομα κι αν έρθει, νομίζω πως δεν θα χαρείς». Εκείνη διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας τι ωραίος και κομψός νεαρός που ήταν ο πρίγκιπας -που να καώ, δεν υπάρχει πουθενά γυναίκα που να μην ονειρεύεται τον Ραντ και να μην παίρνει ένα ερωτοχτυπημένο βλέμμα όταν λέω το όνομά του; Θα τσίριζε, αν της έλεγα τι κάνει τώρα ο Ραντ― αλλά ο Ματ την έκοψε. «Είναι εδώ πέρα ο αφέντης Γκιλ; Και ο Θομ Μέριλιν;»

«Στη βιβλιοθήκη», του είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Όταν δεις τον Μπέηζελ Γκιλ, να του θυμίσεις ότι είπα πως οι αποχετεύσεις θέλουν καθάρισμα. Σήμερα, όχι αύριο». Είδε κάτι που έκανε μια βοηθός μάγειρα σε ένα ροσμπίφ και την πλησίασε, με το σώμα της να ταλαντεύεται σαν βάρκα. «Όχι τόσο, παιδί μου. Το κρέας θα παραγλυκάνει, αν βάλεις πολύ άραθ». Έμοιαζε να έχει ήδη ξεχάσει τον Ματ.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι και πήγε να ψάξει για τη βιβλιοθήκη, την οποία δεν θυμόταν. Δεν θυμόταν ούτε ότι η Κολάιν ήταν παντρεμένη με τον αφέντη Γκιλ, αλλά ήταν ολοφάνερο πως ανήκε στην κατηγορία της νοικοκυράς που στέλνει οδηγίες στον άντρα της. Μια όμορφη σερβιτόρα με μεγάλα μάτια γέλασε πνιχτά και τον έστειλε σε ένα διάδρομο πλάι στην κοινή αίθουσα.

Όταν μπήκε στη βιβλιοθήκη, σταμάτησε και έμεινε να χαζεύει. Σίγουρα υπήρχαν πάνω από τριακόσια βιβλία στα ράφια, που ήταν χτισμένα στους τοίχους κι ακόμα περισσότερα πάνω σε τραπέζια· ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει τόσα πολλά βιβλία μαζεμένα σε ένα μέρος. Πρόσεξε ένα δερματόδετο αντίτυπο των Ταξιδιών του Τζάιμ του Γοργοπόδαρου σε ένα τραπεζάκι κοντά στην πόρτα. Πάντα ήθελε να το διαβάσει —ο Ραντ και ο Πέριν όλο του έλεγαν πράγματα από κει μέσα― αλλά δεν φαινόταν να προλαβαίνει ποτέ να διαβάσει τα βιβλία που ήθελε.

Ο Μπέηζελ Γκιλ με το ροδαλό πρόσωπο και ο Θομ Μέριλιν κάθονταν αντικριστά σε ένα τραπέζι, με έναν άβακα για παιχνίδια με λίθους ανάμεσα τους και με πίπες στο στόμα, που έβγαζαν λεπτές, γαλάζιες κορδέλες καπνού. Μια πιτσιλωτή γάτα καθόταν στο τραπέζι, πλάι σε ένα ξύλινο κύπελλο ζαριών, με την ουρά τυλιγμένη γύρω από τα πόδια της και τους παρακολουθούσε να παίζουν. Ο μανδύας του βάρδου δεν φαινόταν πουθενά, έτσι ο Ματ υπέθεσε ότι ο Θομ είχε ήδη πιάσει δωμάτιο.