Выбрать главу

«Τελείωσες γρηγορότερα απ’ όσο νόμιζα, μικρέ», είπε ο Θομ, χωρίς να βγάλει την πίπα από το στόμα. Τράβηξε τη μια άκρη του μακριού, λευκού μουστακιού του, καθώς συλλογιζόταν σε ποιο τετραγωνάκι του άβακα να βάλει τον επόμενο λίθο. «Μπέηζελ, θυμάσαι τον Ματ Κώθον;»

«Τον θυμάμαι», είπε ο χοντρός πανδοχέας, με το βλέμμα καρφωμένο στον άβακα. «Ήταν αρρωστούλης, αν θυμάμαι καλά, την άλλη φορά που ήσασταν εδώ. Ελπίζω να είσαι καλύτερα τώρα, παλικάρι μου».

«Είμαι καλύτερα», είπε ο Ματ. «Αυτό είναι το μόνο που θυμάσαι; Ότι ήμουν άρρωστος;»

Ο αφέντης Γκιλ έκανε μια γκριμάτσα με την κίνηση του Θομ και έβγαλε την πίπα από το στόμα. «Αν σκεφτείς με ποιους έφυγες, παλικάρι μου, και αν σκεφτείς πώς είναι τα πράγματα τώρα, ίσως είναι καλύτερα που δεν θυμάμαι τίποτα παραπάνω».

«Οι Άες Σεντάι δεν είναι καλοδεχούμενες τώρα, έτσι δεν είναι;» Ο Ματ ακούμπησε τα πράγματά του σε μια μεγάλη πολυθρόνα, στήριξε τη ράβδο στη ράχη της και κάθισε σε μια άλλη πολυθρόνα, με το πόδι του να κρέμεται από το μπράτσο της. «Οι Φρουροί του Παλατιού έκαναν σαν να πιστεύουν ότι ο Λευκός Πύργος έκλεψε την Ηλαίην». Ο Θομ έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα στο δέμα των βεγγαλικών, κοίταξε την αναμμένη πίπα του και μουρμούρισε κάτι, πριν συνεχίσει να μελετά τον άβακα.

«Όχι κι έτσι», είπε ο Γκιλ, «όμως ολόκληρη η πόλη ξέρει ότι εξαφανίστηκε από τον Πύργο. Ο Θομ λέει ότι επέστρεψε, αλλά εδώ δεν ακούσαμε τέτοιο πράγμα. Ίσως να ξέρει η Μοργκέις, όμως όλοι, ακόμα και οι βοηθοί στους στάβλους, πατούν στις μύτες των ποδιών, μη τυχόν και ξεσπάσει ο θυμός της πάνω τους. Ο Άρχοντας Γκάεμπριλ την έχει εμποδίσει να στείλει κόσμο στο δήμιο, αλλά δεν θα έλεγα ότι η Μοργκέις δεν το έκανε. Και ο Γκάεμπριλ δεν έκανε τίποτα για να καταπραΰνει το θυμό που νιώθει η Μοργκέις για την Ταρ Βάλον. Για την ακρίβεια, νομίζω ότι τον συνδαυλίζει».

«Η Μοργκέις έχει καινούριο συμβουλάτορα», είπε ο Θομ ξερά. «Ο Γκάρεθ Μπράυν δεν τον συμπαθούσε και τώρα ο Μπράυν έχει αποσυρθεί στα κτήματα του και βλέπει πώς φυτρώνει το μαλλί στα πρόβατά του. Μπέηζελ, θα βάλεις λίθο επιτέλους;»

«Μια στιγμή, Θομ. Μια στιγμή. Θέλω να τον βάλω σωστά». Ο Γκιλ δάγκωσε την πίπα του και κοίταξε κατσουφιασμένος τον άβακα, φυσώντας καπνό.

«Άρα, η Βασίλισσα έχει ένα σύμβουλο που δεν συμπαθεί την Ταρ Βάλον», είπε ο Ματ. «Ε, λοιπόν, αυτό εξηγεί την αντίδραση των Φρουρών όταν είπα ότι έρχομαι από κει».

«Αν τους είπες τέτοιο πράγμα», είπε ο Γκιλ, «είσαι τυχερός που γλίτωσες χωρίς σπασμένα κόκαλα. Τουλάχιστον, αν ήταν από τους καινούριους άντρες. Ο Γκάεμπριλ αντικατάστησε τους μισούς Φρουρούς του Κάεμλυν με ανθρώπους που διάλεξε ο ίδιος κι αυτό δεν είναι εύκολο πράγμα, αν σκεφτείς πόσο λίγο καιρό έχει που βρίσκεται εδώ. Η Μοργκέις ίσως τον παντρευτεί». Έκανε να βάλει ένα λίθο στον άβακα και μετά τον πήρε πίσω, κουνώντας το κεφάλι. «Αλλάζουν οι καιροί. Αλλάζουν οι άνθρωποι. Είναι πολλές οι αλλαγές για μένα. Μου φαίνεται ότι γερνάω».

«Θες να γεράσουμε και οι δύο πριν βάλεις λίθο», μουρμούρισε ο Θομ. Η γάτα τεντώθηκε και ξάπλωσε από την άλλη μεριά του τραπεζιού, για να της χαϊδέψει την πλάτη. «Μπορείς να φλυαρείς όλη τη μέρα, αλλά δεν θα βρεις έτσι καλή κίνηση. Γιατί δεν παραδέχεσαι την ήττα σου, Μπέηζελ;»

«Ποτέ δεν παραδέχομαι ότι ηττήθηκα», είπε πεισματικά ο Γκιλ. «Θα δεις που στο τέλος θα σε νικήσω, Θομ». Ακούμπησε ένα λευκό λίθο στη διασταύρωση δύο ευθειών. «Θα το δεις». Ο Θομ ξεφύσησε.

Ο Ματ, κρίνοντας από τον άβακα που έβλεπε, πίστευε ότι ο Γκιλ δεν είχε ελπίδες. «Απλώς, θα πρέπει να αποφύγω τους Φρουρούς και να δώσω το γράμμα της Ηλαίην στα χέρια της Μοργκέις». Ειδικά αν είναι όλοι σαν εκείνο το χοντροβλάκα. Φως μου, αναρωτιέμαι μήπως είπε σε όλους ότι είμαι Σκοτεινόφιλος.

«Δεν το παρέδωσες;» γάβγισε ο Θομ. «Νόμιζα ότι ανυπομονούσες να το ξεφορτωθείς».

«Έχεις γράμμα από την Κόρη-Διάδοχο;» αναφώνησε ο Γκιλ. «Θομ, γιατί δεν μου το είπες;»

«Με συγχωρείς, Μπέηζελ», μουρμούρισε ο βάρδος. Έστειλε ένα άγριο βλέμμα στον Ματ κάτω από τα φουντωτά φρύδια του και φύσηξε τα μουστάκια του. «Ο μικρός νομίζει ότι κάποιος ψάχνει να τον σκοτώσει γι’ αυτό το γράμμα, έτσι σκέφτηκα να αφήσω τον ίδιο να πει τι ήθελε και τίποτα παραπάνω. Φαίνεται ότι δεν τον νοιάζει πια».

«Τι είδους γράμμα;» ρώτησε ο Γκιλ. «Γυρίζει σπίτι της; Μαζί και ο Άρχοντας Γκάγουιν; Μακάρι να έρχονται. Άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά να συζητάνε για πόλεμο με την Ταρ Βάλον, λες και θα βρισκόταν κανένας τόσο ηλίθιος, ώστε να πολεμήσει με τις Άες Σεντάι. Αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι το ίδιο πράγμα με εκείνες τις παλαβές φήμες που ακούσαμε, ότι δήθεν οι Άες Σεντάι υποστηρίζουν έναν ψεύτικο Δράκοντα κάπου στα δυτικά και χρησιμοποιούν τη Δύναμη ως όπλο. Δεν καταλαβαίνω, βέβαια, γιατί κάτι τέτοιο θα έκανε κάποιους να θέλουν να τις πολεμήσουν το αντίθετο, θα έλεγα».