«Είσαι παντρεμένος με την Κολάιν;» ρώτησε ο Ματ και ο αφέντης Γκιλ τινάχτηκε.
«Το Φως να με φυλάει! Όπως είναι τώρα τα πράγματα, θα νόμιζε κανείς ότι το πανδοχείο είναι δικό της. Σκέψου να ήταν και γυναίκα μου...! Τι έχει να κάνει αυτό με το γράμμα της Κόρης-Διαδόχου;»
«Τίποτα», είπε ο Ματ, «αλλά πήρες φόρα και μου φάνηκε ότι ξέχασες κι εσύ τι είχες ρωτήσει». Ο Γκιλ έκανε έναν ήχο σαν να πνιγόταν και ο Θομ γέλασε ξερά. Ο Ματ έσπευσε να συνεχίσει, πριν μιλήσει ο πανδοχέας. «Το γράμμα είναι σφραγισμένο· η Ηλαίην δεν μου είπε τι γράφει». Ο Θομ τον λοξοκοίταζε και χάιδεψε τα μουστάκια του. Τι νόμιζε, θα παραδεχόμουν ότι το άνοιξα; «Αλλά δεν νομίζω να γυρίζει στην πατρίδα. Αν με ρωτούσες, θα έλεγα ότι το έβαλε σκοπό να γίνει Άες Σεντάι». Τους είπε για την απόπειρά του να παραδώσει το γράμμα, εξομαλύνοντας κάποιες λεπτομέρειες, που δεν ήταν ανάγκη να μαθευτούν.
«Είναι καινούριοι», είπε ο Γκιλ. «Τουλάχιστον ο αξιωματικός έτσι φαίνεται, πάω στοίχημα γι’ αυτό. Οι πιο πολλοί δεν είναι καλύτεροι από κλέφτες, εκτός από εκείνους που έχουν έξυπνο βλέμμα. Περίμενε να βραδιάσει, παλικάρι μου, για να αλλάξουν οι Φρουροί της πύλης. Πες κατευθείαν το όνομα της Κόρης-Διαδόχου και, για την περίπτωση που κι ο καινούριος Φρουρός είναι από τους άντρες του Γκάεμπριλ, κράτα το κεφάλι σκυφτό. Ακούμπα με τα δάχτυλα το μέτωπο και δεν θα πάθεις τίποτα».
«Που να καώ, αυτό δεν το κάνω. Δεν σκύβω το κεφάλι, δεν ταπεινώνομαι για κανέναν. Ούτε και μπροστά στην ίδια τη Μοργκέις. Αυτή τη φορά, δεν θα πλησιάσω καθόλου τους Φρουρούς». Καλύτερα να μη μάθω τι οδηγίες έδωσε εκείνος ο χοντρομπαλάς. Τον κοίταξαν σαν να είχε τρελαθεί.
«Πώς στο Φως θα μπεις στο Βασιλικό Παλάτι χωρίς να περάσεις από τους Φρουρούς;» Τα μάτια του γούρλωσαν, σαν να θυμόταν κάτι. «Φως μου, δεν εννοείς ότι... Παλικάρι μου, θα χρειαστείς την τύχη του Σκοτεινού για να γλιτώσεις το τομάρι σου μετά!»
«Είμαι τυχερός, αφέντη Γκιλ», είπε ο Ματ. «Εσύ κοίτα να με περιμένει ένα ωραίο γεύμα όταν ξαναγυρίσω». Καθώς σηκωνόταν, πήρε το κύπελλο με τα ζάρια και για γούρι τα έριξε στον άβακα. Η πιτσιλωτή γάτα πήδηξε κάτω, νιαουρίζοντας άγρια στον Ματ, με τη ράχη κυρτωμένη. Τα πέντε ζάρια ακινητοποιήθηκαν, με το καθένα να δείχνει μία κουκκίδα. Τα Μάτια τον Σκοτεινού.
«Είναι είτε καλύτερη ζαριά, είτε η χειρότερη», είπε ο Γκιλ. «Εξαρτάται από το παιχνίδι που παίζεις, έτσι δεν είναι; Παλικάρι μου, μου φαίνεται ότι πας να παίξεις ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Γιατί δεν παίρνεις το κύπελλο στην κοινή αίθουσα για να χάσεις μερικά χάλκινα; Μου φαίνεται ότι θα σου άρεσε να δοκιμάσεις την τύχη σου. Θα φροντίσω εγώ να φτάσει το γράμμα στο Παλάτι σώο και ασφαλές».
«Η Κολάιν θέλει να καθαρίσεις τις αποχετεύσεις», του είπε ο Ματ και στράφηκε προς τον Θομ, ενώ ο πανδοχέας ακόμα ανοιγόκλεινε τα μάτια και μουρμούριζε. «Ίδιες πιθανότητες είναι, είτε με πετύχει βέλος προσπαθώντας να παραδώσω το γράμμα, είτε με βρει ένα μαχαίρι στην πλάτη περιμένοντας. Έξι το ένα, μισή ντουζίνα το άλλο. Κανόνισε να είναι έτοιμο το φαΐ όταν γυρίσω, Θομ». Πέταξε ένα χρυσό μάρκο στο τραπέζι, μπροστά στον Γκιλ. «Βάλε τα πράγματά μου σε ένα δωμάτιο, πανδοχέα. Αν θέλεις κι άλλα λεφτά, θα τα έχεις. Πρόσεχε το κυλινδρικό δέμα· δεν ξέρεις πόσο το φοβάται ο Θομ».
Καθώς έβγαινε έξω, άκουσε τον Γκιλ να λέει στον Θομ: «Πάντα πίστευα ότι το παλικάρι ήταν απατεώνας. Πού βρήκε το χρυσάφι;»
Πάντα κερδίζω, να πού το βρήκα, σκέφτηκε βλοσυρά. Απλώς, πρέπει να κερδίσω άλλη μια φορά και μετά ξεμπέρδεψα με την Ηλαίην. Αυτό θα είναι και το τέλος τον Λευκού Πύργου για μένα. Μόνο άλλη μια φορά.
46
Ένα Μήνυμα από τη Σκιά
Ακόμα και καθώς επέστρεφε στην Έσω Πόλη, ο Ματ ήταν κάθε άλλο παρά βέβαιος ότι θα πετύχαινε αυτό που σκόπευε να κάνει. Θα πετύχαινε, αν του τα είχαν πει σωστά, αλλά ακριβώς γι’ αυτό αμφέβαλλε. Απέφυγε την ωοειδή πλατεία μπροστά από το Παλάτι, αλλά περιπλανήθηκε στο πλάι του τεράστιου κτιρίου και του περιβόλου του, σε δρόμους που καμπύλωναν, ανάλογα με τη διαμόρφωση των λόφων. Οι χρυσοί θόλοι του Παλατιού λαμπύριζαν, κοροϊδευτικά απόμακροι. Είχε κάνει σχεδόν όλο το γύρο και πλησίαζε πάλι την πλατεία, όταν το είδε. Ήταν μια απότομη πλαγιά, σκεπασμένη με λουλούδια, που υψωνόταν από το δρόμο και τελείωνε σε έναν άσπρο τοίχο από τραχιά πέτρα. Αρκετά κλαριά, γεμάτα φύλλα, ξεπρόβαλλαν πάνω από τον τοίχο και ο Ματ είδε κι άλλες κορυφές δέντρων παραπέρα, σε έναν κήπο του Βασιλικού Παλατιού.