Ένας τοίχος φτιαγμένος έτσι που να μοιάζει με γκρεμό, σκέφτηκε, κι ένας κήπος από την άλλη μεριά. Ίσως ο Ραντ έλεγε την αλήθεια.
Μια αδιάφορη ματιά δεξιά κι αριστερά του έδειξε ότι, προς το παρόν, είχε το φιδογυριστό δρόμο στη διάθεσή του. Έπρεπε να βιαστεί· οι στροφές δεν του επέτρεπαν να βλέπει μακριά· ανά πάσα στιγμή, μπορεί να ερχόταν κάποιος. Ανηφόρισε την πλαγιά στα τέσσερα, αδιαφορώντας για τις τρύπες που άνοιγαν οι μπότες του στα παρτέρια των κόκκινων και των άσπρων λουλουδιών. Η τραχιά πέτρα του τοίχου πρόσφερε αρκετά στηρίγματα για τα δάχτυλά του, ενώ οι πτυχές και οι προεξοχές σχημάτιζαν μικρά σκαλοπάτια, που μπορούσες να πατήσεις ακόμα και με μπότες.
Απρόσεκτο εκ μέρους τους να το κάνουν τόσο εύκολο, σκέφτηκε όπως σκαρφάλωνε. Για μια στιγμή, το σκαρφάλωμα τον πήγε πίσω, στην πατρίδα του, με τον Ραντ και τον Πέριν, σε ένα ταξίδι που είχαν κάνει πέρα από τους Λόφους της Άμμου, στα σύνορα με τα Όρη της Ομίχλης. Όταν επέστρεψαν, τους περίμενε η μανία όλου του χωριού ― και περισσότερο για τον ίδιο, επειδή όλοι υπέθεταν ότι ήταν δική του ιδέα. Αλλά τρεις μέρες σκαρφάλωναν σε απόκρημνες πλαγιές και κοιμούνταν κάτω από τον ουρανό· έτρωγαν αυγά, που τα είχαν κλέψει από φωλιές κοκκινόλειρων, παχουλές γκρίζες χήνες, που είχαν πετύχει με βέλος ή με πέτρα από σφεντόνα, λαγούς που είχαν πιάσει με δόκανα· και συνεχώς έλεγαν, γελώντας, ότι δεν φοβούνταν την κακοτυχία που έφερναν τα βουνά και ότι μπορεί να έβρισκαν θησαυρό. Ο Ματ, από εκείνη την αποστολή είχε φέρει στο σπίτι έναν παράξενο βράχο, που με κάποιον τρόπο είχε αποτυπωμένο πάνω του το κεφάλι ενός μεγάλου ψαριού, ένα μακρύ, άσπρο φτερό, που είχε πέσει από ένα χιοναετό, καθώς και μια άσπρη πέτρα, μεγάλη σαν τον καρπό του, που έμοιαζε να έχει σμιλευτεί σε σχήμα ανθρώπινου αυτιού. Του φαινόταν ότι έμοιαζε με αυτί, παρ’ όλο που ο Ραντ και ο Πέριν διαφωνούσαν και ο Ταμ αλ’Θορ είχε πει ότι μπορεί να έμοιαζε.
Τα δάχτυλά του δεν πιάστηκαν καλά από ένα ρηχό αυλάκι, έχασε την ισορροπία του και το αριστερό του πόδι γλίστρησε. Με μια κοφτή κραυγή, μόλις που κατόρθωσε να πιαστεί από την κορυφή του τοίχου και μετά ανέβηκε πάνω, κυρίως με τη δύναμη των χεριών του. Για μια στιγμή στάθηκε εκεί βαριανασαίνοντας. Η πτώση δεν θα ήταν μεγάλη, αλλά έφτανε για να σπάσει το κεφάλι του. Τι βλάκας, που άφησα το νου μου να περιπλανιέται έτσι. Με τον έδιο τρόπο θα σκοτωνόμουν και σε εκείνους τους γκρεμούς τότε. Όλα αυτά, όμως, έγιναν πριν από πολύ καιρό. Η μητέρα του μάλλον θα τα είχε κιόλας πετάξει όλα εκείνα. Έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του, για να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχε δει κανείς —το καμπύλο τμήμα του δρόμου κάτω του ήταν ακόμα άδειο― και πήδηξε στον περίβολο του Παλατιού.
Ήταν ένας μεγάλος κήπος με πλακόστρωτους διάδρομους, που περνούσαν από πλατιές εκτάσεις με γρασίδι ανάμεσα στα δέντρα, καθώς και με πυκνές κληματαριές πάνω από τα δρομάκια. Και άνθη παντού. Άσπρα μπουμπούκια έπνιγαν τις αχλαδιές κι άλλα γέμιζαν με άσπρο και ροζ τις μηλιές. Υπήρχαν τριαντάφυλλα κάθε χρώματος, λαμπερές χρυσαφιές ηλιοφωτιές και λουλακιές Δόξες του Έμοντ, καθώς και πολλά άλλα, που δεν τα αναγνώριζε. Για μερικά, δεν ήταν βέβαιος ότι μπορούσαν να είναι αληθινά. Ένα είχε παράξενα μπουμπούκια, με άλικο και χρυσαφί χρώμα, που έμοιαζαν με πουλιά κι ένα άλλο ήταν ολόιδιο με ηλιοτρόπιο, με εξαίρεση ότι τα κίτρινα άνθη του είχαν πλάτος πάνω από μισό μέτρο και στέκονταν σε βλαστούς ψηλούς όσο ένας Ογκιρανός.
Ακούστηκαν μπότες να τρίζουν στις πλάκες και ο Ματ ζάρωσε πίσω από ένα θάμνο δίπλα στον τοίχο, καθώς περνούσαν δύο φύλακες με μακριούς, άσπρους γιακάδες, που κρέμονταν πάνω από τους θώρακες τους. Δεν έριξαν ούτε μια ματιά προς το μέρος του κι αυτός χαμογέλασε στον εαυτό του. Τύχη. Με λίγη τύχη, δεν θα με δουν μέχρι να δώσω το παλιογράμμα στη Μοργκέις.
Γλίστρησε στον κήπο σαν σκιά, σαν να κυνηγούσε λαγούς, μαρμαρώνοντας πλάι σε θάμνους, ή κολλώντας σε κορμούς δέντρων όταν άκουγε μπότες. Από τα μονοπάτια πέρασαν ακόμα δύο ζευγάρια φύλακες και το δεύτερο ήταν τόσο κοντά του, που δυο βήματα αν είχε κάνει, θα πλησίαζε αρκετά για να τους τσιμπήσει. Όταν χάθηκαν κι αυτοί ανάμεσα, στα άνθη και τα δέντρα, έκοψε ένα λουλούδι, μια βαθυκόκκινη αστρολάμψη με κυματιστά πέταλα και το έβαλε στα μαλλιά του χαμογελώντας. Ήταν τόσο διασκεδαστικό, σαν να έκλεβε μηλοπιτάκια τη Μέρα του Ήλιου και πολύ πιο εύκολο. Οι γυναίκες πάντα είχαν το νου τους σε αυτό που έψηναν οι ανόητοι στρατιώτες δεν έπαιρναν το βλέμμα από τις πλάκες.
Δεν άργησε να βρεθεί στον άσπρο τοίχο του κανονικού κτιρίου του Παλατιού και προχώρησε κατά μήκος του, πίσω από μια σειρά από ολάνθιστες, κατάλευκες τριανταφυλλιές σε γερτές κρεβατίνες, ψάχνοντας να βρει πόρτα. Υπήρχαν πολλά πλατιά, αψιδωτά παράθυρα λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι του, αλλά του φαινόταν κάπως πιο δύσκολο να δώσει εξηγήσεις, αν τον έπιαναν να μπαίνει από παράθυρο, παρά περπατώντας στο διάδρομο. Τότε φάνηκαν δυο στρατιώτες ακόμα και πάγωσε· θα περνούσαν τρία βήματα πιο πέρα. Από το παράθυρο πάνω από το κεφάλι του ακούγονταν φωνές, δύο αντρών, αρκετά δυνατά για να μπορεί να διακρίνει τι έλεγαν.