«― κατευθύνονται προς το Δάκρυ, Μέγα Αφέντη». Ο άντρας μιλούσε σε έναν τόνο φοβισμένο, δουλοπρεπή.
«Ας του χαλάσουν τα σχέδια, αν μπορούν». Η άλλη φωνή ήταν πιο βαθιά και πιο δυνατή, ανθρώπου που ήταν μαθημένος να προστάζει. «Καλά να πάθει, αν τρία ανεκπαίδευτα κοριτσόπουλα του βάλουν τρικλοποδιά. Ανέκαθεν ήταν ανόητος και είναι ακόμα. Υπάρχουν νέα για το αγόρι; Είναι εκείνος που δύναται να μας καταστρέψει όλους».
«Όχι, Μέγα Αφέντη. Εξαφανίστηκε. Αλλά, Μέγα Αφέντη, ένα από τα κορίτσια είναι η θυγατέρα της Μοργκέις».
Ο Ματ τινάχτηκε και ύστερα συγκρατήθηκε. Οι στρατιώτες πλησίαζαν κι άλλο· απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχαν δει την έκπληκτη έκφρασή του μέσα από τα πυκνά βλαστάρια των τριανταφυλλιών. Φευγάτε, βλάκες! Προσπεράστε με, για να δω ποιος είναι αυτός, που να πάρει! Είχε χάσει ένα μέρος της συνομιλίας.
«― ήταν υπερβολικά ανυπόμονος από τότε που ανέκτησε την ελευθερία του», έλεγε η βαθιά φωνή. «Ποτέ δεν συνειδητοποίησε ότι τα καλύτερα σχέδια θέλουν χρόνο για να ωριμάσουν. Θέλει τον κόσμο σε μια μέρα και επίσης το Καλαντόρ. Να τον πάρει ο Μέγας Άρχοντας! Ίσως αρπάξει την κοπέλα και προσπαθήσει να τη χρησιμοποιήσει με κάποιον τρόπο. Και ίσως αυτό δυσχεράνει τα δικά μου σχέδια».
«Ό,τι πεις, Μέγα Αφέντη. Να διατάξω να τη φέρουν από το Δάκρυ;»
«Όχι. Ο ανόητος θα το θεωρούσε άλλη μια κίνηση εναντίον του, αν το μάθαινε. Και ποιος μπορεί να πει τι άραγε να παρακολουθεί, εκτός από το σπαθί; Φρόντισε να πεθάνει χωρίς πολλή φασαρία, Κομάρ. Φρόντισε ο θάνατός της να μην προσελκύσει την παραμικρή προσοχή». Το γέλιο του ήταν ένα επιβλητικό μπουμπουνητό. «Εκείνα τα αδαή γύναια, στον Πύργο τους, θα δυσκολευτούν να την παρουσιάσουν έπειτα από αυτή την εξαφάνιση. Ίσως αυτό να είναι το καλύτερο. Ας γίνει γρήγορα. Γρήγορα, πριν προλάβει να την πάρει αυτός».
Οι δύο στρατιώτες ήταν σχεδόν δίπλα του· ο Ματ προσπάθησε με τη δύναμη της θέλησης του να κάνει τα πόδια τους να προχωρήσουν πιο γρήγορα.
«Μέγα Αφέντη», είπε αβέβαια ο άλλος άντρας, «αυτό ίσως να είναι δύσκολο. Ξέρουμε ότι οδεύει προς το Δάκρυ, μα το πλοίο με το οποίο ταξίδευε βρέθηκε στο Αρινγκίλ και οι τρεις τους το είχαν εγκαταλείψει νωρίτερα. Δεν ξέρουμε αν έχει πάρει άλλο πλοίο, ή αν πηγαίνει με άλογο προς το νότο. Και ίσως να μην είναι εύκολο να τη βρούμε από τη στιγμή που θα φτάσει στο Δάκρυ, Μέγα Αφέντη. Ίσως, αν εσύ —»
«Μόνο ανόητοι υπάρχουν τώρα στον κόσμο;» είπε τραχιά η βαθιά φωνή. «Λες να μπορούσα να πάω στο Δάκρυ δίχως να το μάθει αυτός; Δεν σκοπεύω να τον πολεμήσω ακόμη. Φέρε μου το κεφάλι του κοριτσιού, Κομάρ, Φέρε μου τα κεφάλια και των τριών τους, αλλιώς θα προσεύχεσαι να πάρω το δικό σου!»
«Μάλιστα, Μέγα Αφέντη. Θα γίνει όπως λες. Μάλιστα. Μάλιστα».
Οι στρατιώτες πέρασαν, χωρίς να κοιτάζουν ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ο Ματ περίμενε μόνο να τον προσπεράσουν οι πλάτες τους και μετά πήδηξε για να πιαστεί από το πλατύ, πέτρινο πεζούλι και να τραβηχτεί ψηλά, για να δει από το παράθυρο.
Με την άκρη του ματιού του μόνο πρόσεξε το κροσσωτό Ταραμπονέζικο χαλί στο πάτωμα, που άξιζε ένα χοντρό πουγκί ασήμι. Μια πλατιά, σκαλισμένη πόρτα έκλεινε. Ένας ψηλός άντρας, με σκουρογάλανα μάτια, μεγάλους ώμους και πλατύ στέρνο, το οποίο έκανε το πράσινο μετάξι του ασημοκέντητου σακακιού του να τσιτώνει πάνω του, κοίταζε την πόρτα. Το μαύρο γένι του ήταν κοντοκομμένο με είχε μια λευκή πινελιά πάνω από το σαγόνι του. Έμοιαζε σκληροτράχηλος, άντρας μαθημένος να δίνει διαταγές.
«Μάλιστα, Μέγα Αφέντη», είπε ξαφνικά και ο Ματ παραλίγο να πέσει από το περβάζι. Νόμιζε ότι αυτός ήταν ο άντρας με τη βαθιά φωνή, αλλά ήταν εκείνος με την παρακαλετή φωνή. Τώρα δεν ήταν παρακαλετή. «Όπως το λες θα γίνει, Μέγα Άρχοντα», είπε ο άντρας πικρά. «Εγώ ο ίδιος θα βρω τις τρεις κούκλες και θα πάρω τα κεφάλια τους. Αρκεί να τις βρω!» Βγήκε από την πόρτα με μεγάλες δρασκελιές και ο Ματ κατέβηκε από το παράθυρο.
Για μια στιγμή, έμεινε εκεί ζαρωμένος, πίσω από τις κρεβατίνες. Κάποιος στο Παλάτι ήθελε την Ηλαίην νεκρή και είχε περιλάβει σ’ αυτή την αποστολή την Εγκουέν και τη Νυνάβε, έτσι για συμπλήρωμα. Τι στο Φως θέλουν και πάνε στο Δάκρυ; Πρέπει να ήταν αυτές.
Έβγαλε την επιστολή της Κόρης-Διαδόχου από τη φόδρα του σακακιού του και το κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Με το γράμμα στο χέρι του, ίσως η Μοργκέις να τον πίστευε. Μπορούσε να περιγράψει τον έναν από τους δύο άντρες. Αλλά δεν ήταν πια ώρα για να κρύβεται· ο ψηλός θα έφευγε για το Δάκρυ, πριν ο Ματ βρει τη Μοργκέις και ό,τι κι αν έκανε αυτή τότε, δεν ήταν βέβαιο ότι θα κατάφερνε να τον σταματήσει.