Ο Ματ πήρε μια βαθιά ανάσα και στριμώχτηκε ανάμεσα σε δύο κρεβατίνες, με αποτέλεσμα να τον τσιμπήσουν και να τον γδάρουν τα αγκάθια των τριανταφυλλιών και βγήκε στο πλακόστρωτο δρομάκι που είχαν πάρει οι στρατιώτες. Κρατούσε μπροστά του το γράμμα της Ηλαίην, έτσι ώστε να είναι ολοφάνερη η σφραγίδα με το χρυσό κρίνο και ανέτρεξε με το νου του σε αυτά που σκόπευε να πει. Όσο τριγυρνούσε κρυφά, οι φρουροί πετάγονταν γύρω του σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Τώρα, όμως, διέσχισε σχεδόν ολόκληρο τον κήπο, χωρίς να δει ούτε έναν. Πέρασε αρκετές πόρτες. Θα ήταν κακό αν έμπαινε στο Παλάτι δίχως άδεια —οι Φρουροί ίσως πρώτα να του έκαναν μερικά δυσάρεστα πράγματα και μετά να κάθονταν να τον ακούσουν― αλλά είχε αρχίσει να σκέφτεται μήπως έπρεπε να δοκιμάσει να μπει, όταν μια πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας νεαρός αξιωματικός, δίχως κράνος, με ένα χρυσό κόμπο στον ώμο.
Το χέρι του αξιωματικού πήγε κατευθείαν στη λαβή του σπαθιού του και είχε ήδη ξεθηκαρώσει το μισό, όταν ο Ματ του έδειξε το γράμμα. «Η Ηλαίην, η Κόρη-Διάδοχος, στέλνει αυτή την επιστολή στη μητέρα της, τη Βασίλισσα Μοργκέις, λοχαγέ». Κρατούσε το γράμμα έτσι ώστε να φαίνεται ολοκάθαρα η σφραγίδα με το κρίνο.
Το μαύρο βλέμμα του αξιωματικού πετάρισε, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά από τον Ματ, σαν να έψαχνε για άλλους, χωρίς να αφήσει, όμως, στην ουσία τον Ματ από την εμβέλειά του. «Πώς βρέθηκες σε αυτό τον κήπο;» Δεν τράβηξε πιο πολύ το σπαθί του, αλλά και δεν το θηκάρωσε. «Στην κεντρική πύλη είναι ο Έλμπερ. Είναι βλάκας, αλλά δεν θα άφηνε κανέναν να περιπλανιέται αδέσποτος στο Παλάτι».
«Ένας χοντρός με ποντικίσια μάτια;» Ο Ματ καταράστηκε τη γλώσσα του, αλλά ο αξιωματικός κατένευσε ελαφρά· σχεδόν χαμογέλασε, επίσης, αλλά δεν έχασε το άγρυπνο βλέμμα του και τις υποψίες του. «Θύμωσε πολύ όταν έμαθε ότι έρχομαι από την Ταρ Βάλον και δεν με άφησε καν να δείξω το γράμμα, ή να αναφέρω το όνομα της Κόρης-Διαδόχου. Είπε ότι θα με συλλάμβανε αν δεν έφευγα κι έτσι σκαρφάλωσα τον τοίχο. Βλέπεις, λοχαγέ, υποσχέθηκα να το παραδώσω στην ίδια τη Βασίλισσα Μοργκέις. Το υποσχέθηκα και πάντα κρατώ τις υποσχέσεις μου. Βλέπεις τη σφραγίδα;»
«Πάλι αυτός ο άτιμος ο τοίχος του κήπου», μουρμούρισε ο αξιωματικός. «Έπρεπε να τον κάνουν τριπλό στο ύψος». Κοίταξε τον Ματ. «Φρουρός-υπολοχαγός, όχι λοχαγός. Είμαι ο Φρουρός― υπολοχαγός Τάλανβορ. Αναγνωρίζω τη σφραγίδα της Κόρης-Διαδόχου». Το σπαθί του, τελικά, γλίστρησε ολόκληρο στο θηκάρι. Άπλωσε το χέρι· όχι το χέρι με το οποίο είχε πιάσει το σπαθί. «Δώσε μου το γράμμα και θα το πάω στη Βασίλισσα. Αφού σε συνοδεύσω έξω. Υπάρχουν άλλοι, που δεν θα ήταν τόσο ευγενικοί βρίσκοντάς σε να βολτάρεις ελεύθερα».
«Υποσχέθηκα να το παραδώσω εγώ ο ίδιος στα χέρια της», είπε ο Ματ. Φως μου, δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί να μη με αφήσουν να της το δώσω. «Το υποσχέθηκα. Στην Κόρη-Διάδοχο».
Ο Ματ σχεδόν δεν κατάλαβε ότι το χέρι του Τάλανβορ είχε κουνηθεί, πριν νιώσει το σπαθί του αξιωματικού να ακουμπά στο λαιμό του. «Θα σε πάω στη Βασίλισσα, χωρικέ», είπε μαλακά ο Τάλανβορ. «Μάθε, όμως, ότι μπορώ να σου κόψω το κεφάλι πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια, αν σου περάσει από το νου να τη βλάψεις».
Ο Ματ φόρεσε το καλύτερο χαμόγελό του. Ένιωθε κάπως υγρή αυτή την ελαφρώς κυρτή λεπίδα στο λαιμό του. «Είμαι νομιμόφρων Αντορανός», είπε, «και πιστός υπήκοος της Βασίλισσας, που το Φως να την οδηγεί. Και, μάλιστα, αν ήμουν εδώ το χειμώνα, σίγουρα θα είχα ακολουθήσει τον Άρχοντα Γκάεμπριλ».
Ο Τάλανβορ τον κοίταξε σφίγγοντας τα χείλη και, τελικά, τράβηξε το σπαθί του. Ο Ματ ξεροκατάπιε και αντιστάθηκε στην επιθυμία να αγγίξει το λαιμό του, για να δει αν είχε κοπεί.
«Βγάλε το λουλούδι από τα μαλλιά» είπε ο Τάλανβορ, καθώς έβαζε τη λεπίδα στη θήκη. «Τι νομίζεις, για κόρτε ήρθες εδώ;»
Ο Ματ άρπαξε την αστρολάμψη από τα μαλλιά του και ακολούθησε τον αξιωματικό. Παλιοβλάκα, τι θες και βάζεις λουλούδι στα μαλλιά. Τώρα, πρέπει να σταματήσω να παίζω τον ανόητο.
Για την ακρίβεια, δεν ακολουθούσε τον αξιωματικό, επειδή ο Τάλανβορ δεν τον έχανε από τα μάτια του καθώς τον οδηγούσε. Το αποτέλεσμα ήταν μια παράξενη πομπή, με τον αξιωματικό μπροστά του και στο πλάι, αλλά μισογυρισμένο, σε περίπτωση που ο Ματ πήγαινε να κάνει τίποτα. Από την πλευρά του, ο Ματ προσπαθούσε να δείχνει αθώος, σαν μωράκι που πλατσουρίζει στο μπάνιο του.