Τα πολύχρωμα υφαντά στους τοίχους είχαν αποφέρει πολύ ασήμι στις υφάντρες που τα είχαν φτιάξει, το ίδιο και τα μικρά χαλιά στα λευκά πλακάκια του δαπέδου, ακόμα κι εδώ έξω, στους προθαλάμους. Έβλεπες παντού χρυσάφι και ασήμι, σε πιάτα και δίσκους, σε γαβάθες και κούπες, σε σεντούκια και κοντά ντουλάπια από γυαλισμένο ξύλο, που ανταγωνίζονταν σε πολυτέλεια ό,τι είχε δει στον Πύργο. Παντού πηγαινοέρχονταν υπηρέτες, φορώντας κόκκινες λιβρέες με άσπρα πέτα και το Άσπρο Λιοντάρι του Άντορ στο στέρνο. Ο Ματ έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται αν της Μοργκέις της άρεσε να παίζει ζάρια. Τι ανόητη σκέψη. Οι βασίλισσες δεν παίζουν ζάρια. Αλλά, όταν της δώσω αυτό το γράμμα και της πω ότι κάποιος στο παλάτι της θέλει να σκοτώσει την Ηλαίην, πάω στοίχημα ότι θα μου χαρίσει ένα χοντρό πουγκί. Επέτρεψε στον εαυτό του να απολαύσει τη φαντασίωση ότι τον έκαναν άρχοντα· δεν μπορεί, κάποια τέτοια ανταμοιβή θα περίμενε τον άνθρωπο που θα ξεσκέπαζε τη συνωμοσία για τη δολοφονία της Κόρης-Διαδόχου.
Ο Τάλανβορ τον οδηγούσε μέσα από τόσους διαδρόμους και σάλες, που ο Ματ είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν θα έβρισκε την έξοδο δίχως βοήθεια, όταν ξαφνικά μια αυλή φάνηκε να έχει πολύ κόσμο μέσα κι όχι μόνο υπηρέτες. Την περιέβαλλε μια κιονοστοιχία, με μια στρογγυλή λιμνούλα στη μέση με άσπρα και κίτρινα ψαράκια, που κολυμπούσαν κάτω από κρίνα και λευκά νούφαρα. Είδε άντρες με πολύχρωμα σακάκια, κεντημένα με ασήμια και χρυσάφια, καθώς και γυναίκες με φαρδιά φορέματα ακόμα πιο περίτεχνα δουλεμένα, που στέκονταν μπροστά σε μια γυναίκα με χρυσοκόκκινα μαλλιά, η οποία καθόταν στο πεζούλι της λιμνούλας κουνώντας τα ακροδάχτυλά της στο νερό και κοιτάζοντας θλιμμένα τα ψάρια, που πλησίαζαν τα δάχτυλα της ελπίζοντας να βρουν τροφή. Ένα δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό στόλιζε το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού χεριού της. Ένας ψηλός, μελαψός άντρας στεκόταν δίπλα της, φορώντας ένα σακάκι του οποίου το κόκκινο μετάξι ήταν σχεδόν κρυμμένο κάτω από τα χρυσά φύλλα και τα σχέδια που ήταν ραμμένα πάνω του, αλλά το βλέμμα του Ματ αιχμαλωτίστηκε από τη γυναίκα.
Δεν χρειαζόταν να δει το στεφάνι από τα λεπτοπλεγμένα χρυσά τριαντάφυλλα στα μαλλιά της, ούτε το κόκκινο επιτραχήλιο, που κρεμόταν λοξά πάνω από το λευκό φόρεμα με τα Λιοντάρια του Άντορ κεντημένα στο κόκκινο ύφασμα, για να καταλάβει ότι τα μάτια του αντίκριζαν τη Μοργκέις, την ελέω Φωτός Βασίλισσα του Άντορ, Προστάτιδα του Βασιλείου, Υπερασπίστρια του Λαού, Ανώτατη Έδρα του Οίκου Τράκαντ. Είχε το πρόσωπο και την ομορφιά της Ηλαίην, αλλά ήταν αυτό που θα γινόταν η Ηλαίην όταν ωρίμαζε. Όλες οι άλλες γυναίκες της αυλής χάνονταν από το προσκήνιο, από τη λάμψη και μόνο της παρουσίας της.
Θα χόρευα ένα τζιγκ μαζί της, θα της έκλεβα κι ένα φιλί στο φεγγαρόφωτο, όσο μεγάλη κι αν είναι. Τινάχτηκε. Μην ξεχνάς ποια είναι!
Ο Τάλανβορ έπεσε στο ένα γόνατο, με τη γροθιά να ακουμπά τη λευκή πέτρα της αυλής. «Βασίλισσά μου, φέρνω έναν αγγελιοφόρο, που μεταφέρει μια επιστολή από την Αρχόντισσα Ηλαίην».
Ο Ματ κοίταξε τη στάση του αξιωματικού και αρκέστηκε να υποκλιθεί βαθιά. «Από την Κόρη-Διάδοχο... ε... Βασίλισσά μου». Έτεινε το χέρι με το γράμμα καθώς υποκλινόταν, για να φανεί το χρυσοκίτρινο κερί της σφραγίδας. Όταν το διαβάσει και μάθει ότι η Ηλαίην είναι καλά, θα της το πω. Η Μοργκέις έστρεψε πάνω του το βαθυγάλανο βλέμμα της. Φως μου! Μόλις φτιάξει η διάθεσή της.
«Φέρνεις γράμμα από το απολωλός παιδί μου;» Η φωνή της ήταν ψυχρή, αλλά κουβαλούσε μια ένταση που έδειχνε ότι εύκολα πύρωνε. «Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον, είναι ζωντανό! Πού βρίσκεται;»
«Στην Ταρ Βάλον, Βασίλισσά μου», κατόρθωσε να πει. Φως μου, πώς θα ήθελα να δω να αναμετριούνται με το βλέμμα η Άμερλιν κι αυτή. Το ξανασκέφτηκε και κατέληξε ότι θα προτιμούσε να μην το δει. «Τουλάχιστον ήταν εκεί όταν έφυγα».
Η Μοργκέις κούνησε ανυπόμονα το χέρι και ο Τάλανβορ σηκώθηκε, για να πάρει το γράμμα από τον Ματ και να της το δώσει. Για μια στιγμή, κοίταξε συνοφρυωμένη τη σφραγίδα με το κρίνο και μετά την έσπασε με ένα στρίψιμο των καρπών της. Μουρμούριζε μονολογώντας καθώς διάβαζε, κουνώντας το κεφάλι κάθε τόσο. «Δεν μπορεί να πει κάτι παραπάνω, ε;» μουρμούρισε. «Θα δούμε αν θα το κάνει αυτό...» Ξαφνικά, το πρόσωπό της λάμπρυνε. «Γκάεμπριλ, έγινε Αποδεχθείσα. Ούτε ένα χρόνο στον Πύργο και ήδη την ξεχώρισαν». Το χαμόγελο χάθηκε ξαφνικά, όπως είχε έρθει και το στόμα της σφίχτηκε. «Όταν πιάσω στα χέρια μου αυτό το ελεεινό παιδί, θα εύχεται να ήταν ακόμα μαθητευόμενη».
Φως μου, σκέφτηκε ο Ματ, τίποτα δεν της φτιάχνει τη διάθεση; Αποφάσισε να το πει στα ίσια, αλλά ευχήθηκε να μην είχε τόσο αιμοβόρικη έκφραση η Μοργκέις. «Βασίλισσά μου, κατά λάθος κρυφάκουσα —»