«Σιωπή, μικρέ», είπε ήρεμα ο άντρας με το χρυσοποίκιλτο σακάκι. Ήταν ομορφάντρας, σχεδόν εξίσου ωραίος με τον Γκάγουιν και περίπου με το ίδιο νεανικό ύφος, παρά τους κροτάφους του, που είχαν γκριζάρει, αλλά πιο μεγαλόσωμος, ψηλότερος από τον Ραντ και με ώμους μεγάλους, σχεδόν όσο του Πέριν. «Σε λίγο θα ακούσουμε τι έχεις να πεις». Άπλωσε το χέρι πάνω από τον ώμο της Μοργκέις και της άρπαξε το γράμμα. Εκείνη έστρεψε πάνω του το αγριεμένο βλέμμα της —ο Ματ είδε τα νεύρα της να φουντώνουν― αλλά ο μελαχρινός έβαλε το δυνατό του χέρι στον ώμο της, χωρίς να πάρει το βλέμμα από αυτό που διάβαζε και ο θυμός της Μοργκέις καταλάγιασε. «Φαίνεται ότι ξανάφυγε από τον Πύργο», είπε. «Στην υπηρεσία της Έδρας της Άμερλιν. Αυτή η γυναίκα πάλι ξεπερνά τα όρια, Μοργκέις».
Ο Ματ δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Τύχη. Η γλώσσα τον είχε ξεραθεί. Μερικές φορές, δεν ξέρω αν είναι καλή τύχη ή κακή τύχη. Ο μελαχρινός ήταν εκείνος με τη βαθιά φωνή, ο «Μέγας Αφέντης», που ήθελε το κεφάλι της Ηλαίην. Τον είπε Γκάεμπριλ. Ο συμβουλάτοράς της θέλει να δολοφονήσει την Ηλαίην; Φως μου! Και η Μοργκέις τον κοίταζε σαν σκυλί, όλο λατρεία που έχει το χέρι του αφέντη του στη ράχη.
Ο Γκάεμπριλ έστρεψε το σχεδόν κατάμαυρο βλέμμα του στον Ματ. Είχε έντονο βλέμμα και ύφος που έλεγε ότι καταλάβαινε πολλά. «Τι ξέρεις να μας πεις γι’ αυτά, μικρέ;»
«Τίποτα... ε... Άρχοντά μου». Ο Ματ ξερόβηξε· η ματιά του ανθρώπου αυτού ήταν χειρότερη από της Άμερλιν. «Πήγα στην Ταρ Βάλον για να δω την αδερφή μου. Είναι μαθητευόμενη. Έλσε Γκρίνγουελ. Εγώ είμαι ο Θομ Γκρίνγουελ, Άρχοντά μου. Η Αρχόντισσα Ηλαίην έμαθε ότι ήθελα να δω το Κάεμλυν στο δρόμο του γυρισμού —είμαι από το Κόμφρεϋ, Άρχοντά μου· ένα χωριουδάκι βόρεια του Μπάερλον· δεν είχα δει πόλη μεγαλύτερη από το Μπάερλον πριν πάω στην Ταρ Βάλον― και μου είπε —την Αρχόντισσα Ηλαίην εννοώ― να φέρω αυτό το γράμμα». Του φάνηκε ότι η Μοργκέις είχε στρέψει το βλέμμα της πάνω του όταν είχε πει ότι ήταν από τα βόρεια του Μπάερλον, αλλά ήξερε ότι υπήρχε εκεί ένα χωριό που λεγόταν Κόμφρεϋ· θυμόταν που είχε ακούσει να το αναφέρουν.
Ο Γκάεμπριλ κατένευσε, αλλά είπε: «Ξέρεις πού θα πήγαινε η Ηλαίην, μικρέ; Ή τι δουλειές είχε να κάνει; Πες την αλήθεια και δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Πες ψέματα και σε περιμένει η ανάκριση».
Το ανήσυχο ύφος του Ματ δεν ήταν προσποιητό. «Άρχοντά μου, μονάχα εκείνη τη φορά είδα την Κόρη-Διάδοχο. Μου έδωσε το γράμμα —κι ένα χρυσό μάρκο!― και μου είπε να το φέρω στη Βασίλισσα. Δεν ξέρω τίποτα άλλο γι’ αυτό, παρά μόνο ό,τι άκουσα εδώ πέρα». Ο Γκάεμπριλ φάνηκε να το συλλογίζεται αυτό, χωρίς το σκοτεινό πρόσωπο του να δείχνει αν πίστευε έστω και μια λέξη, ή όχι.
«Όχι, Γκάεμπριλ», είπε ξαφνικά η Μοργκέις. «Πάρα πολλοί έχουν πάει για ανάκριση. Καταλαβαίνω την αναγκαιότητα, όπως μου την περιέγραψες, αλλά όχι γι’ αυτό. Όχι για ένα αγόρι που απλώς μετέφερε ένα γράμμα, με περιεχόμενο που αγνοεί».
«Όπως προστάζει η Βασίλισσά μου, έτσι θα γίνει», είπε ο μελαψός άντρας. Ο τόνος του ήταν σεβάσμιος, αλλά το χέρι του άγγιξε το μάγουλό της με τρόπο που έκανε το πρόσωπό της να κοκκινίσει και τα χείλη της να μισανοίξουν, σαν να περίμενε φιλί.
Η Μοργκέις πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Πες μου, Θομ Γκρίνγουελ, φαινόταν να είναι καλά η κόρη μου όταν την είδες;»
«Μάλιστα, Βασίλισσά μου. Ήταν εύθυμη και γελούσε και είχε μια γλώσσα να ― θέλω να πω...»
Η Μοργκέις γέλασε μαλακά βλέποντας την έκφρασή του. «Μη φοβάσαι, νεαρέ μου. Η Ηλαίην είναι αθυρόστομη, πιο πολύ απ’ όσο χρειάζεται. Χαίρομαι που είναι καλά». Τα μεγάλα, γαλανά μάτια της έψαχναν βαθιά μέσα του. «Ένας νεαρός που αφήνει το μικρό χωριό του συχνά δυσκολεύεται να επιστρέψει. Νομίζω πως θα κάνεις μακρύ ταξίδι πριν ξαναδείς το Κόμφρεϋ. Ίσως, μάλιστα, ξαναγυρίσεις στην Ταρ Βάλον. Αν ναι, κι αν δεις την κόρη μου, πες της ότι όσα λέμε πάνω στο θυμό μας, συχνά τα μετανιώνουμε. Δεν θα την πάρω από το Λευκό Πύργο, πριν να έρθει η κατάλληλη ώρα. Πες της ότι συχνά σκέφτομαι τον καιρό που είχα περάσει κι εγώ εκεί και ότι μου λείπουν οι ήσυχες συζητήσεις με τη Σέριαμ στο μελετητήριό της. Πες της αυτά που είπα, Θομ Γκρίνγουελ».
Ο Ματ σήκωσε αμήχανα τους ώμους. «Ναι, Βασίλισσά μου. Αλλά... α... δεν σκοπεύω να πάω ξανά στην Ταρ Βάλον. Μια φορά στη ζωή του καθενός είναι αρκετή. Ο πατέρας μου με χρειάζεται για να δουλέψω στο αγρόκτημα. Οι αδερφές μου φορτώθηκαν όλο το άρμεγμα, τώρα που λείπω».
Ο Γκάεμπριλ γέλασε, ένα βαθύ μπουμπουνητό, που έδειχνε ότι το έβρισκε αστείο. «Βιάζεσαι να αρμέξεις αγελάδες, μικρέ; Ίσως να έπρεπε να δεις λίγο τον κόσμο, πριν αλλάξει. Πάρε!» Έβγαλε ένα πουγκί και το πέταξε· ο Ματ ένιωσε κέρματα πάνω από το δέρμα όταν το έπιασε. «Αν η Ηλαίην σου έδωσε ένα χρυσό μάρκο για να μεταφέρεις το γράμμα της, εγώ θα σου δώσω δέκα, που το παρέδωσες απείραχτο. Δες τον κόσμο πριν ξαναγυρίσεις στις γελάδες σου».