Выбрать главу

«Μάλιστα, Άρχοντά μου». Ο Ματ σήκωσε το πουγκί και κατόρθωσε να χαμογελάσει αδύναμα. «Σε ευχαριστώ, Άρχοντά μου».

Αλλά ο μελαψός άντρας τον είχε ήδη αποπέμψει και είχε στραφεί προς τη Μοργκέις, με τις γροθιές στη μέση. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα, Μοργκέις, για να ασχοληθούμε με την πυορροούσα πληγή στα σύνορα του Άντορ. Από το γάμο σου με τον Τάρινγκεηλ Ντέημοντρεντ, μπορείς να διεκδικήσεις το Θρόνο του Ήλιου. Οι Φρουροί της Βασίλισσας μπορούν να στηρίξουν αυτή τη διεκδίκηση. Ίσως μπορέσω να τους βοηθήσω με τις μικρές μου δυνάμεις. Άκουσε με».

Ο Τάλανβορ άγγιξε το μπράτσο του Ματ και οπισθοχώρησαν υποκλινόμενοι. Ο Ματ σκέφτηκε ότι δεν τους πρόσεχε κανείς. Ο Γκάεμπριλ ακόμα μιλούσε και κάθε άρχοντας και κάθε αρχόντισσα εκεί έμοιαζε να κρέμεται από το στόμα του. Η Μοργκέις άκουγε σμίγοντας τα φρύδια, αλλά κατένευε κι αυτή, όμοια με τους άλλους.

47

Για να Παραβγείς τη Σκιά

Ο Τάλανβορ πήρε τον Ματ από τη μικρή αυλή με τη γεμάτη ψάρια λιμνούλα και τον οδήγησε γρήγορα σε μια μεγάλη αυλή, στην πρόσοψη του Παλατιού, πίσω από τις ψηλές, επιχρυσωμένες πύλες, που άστραφταν στον ήλιο. Σε λίγο θα μεσημέριαζε. Ο Ματ ένιωσε την επιθυμία να φύγει, την ανάγκη να βιαστεί. Δυσκολευόταν να κρατήσει το ρυθμό του νεαρού αξιωματικού. Αν το έβαζε στα πόδια, ίσως κάποιος έμπαινε σε υποψίες και ίσως —ίσως― τα πράγματα στη μικρή αυλή να ήταν αυτό ακριβώς που φαίνονταν. Ίσως ο Γκάεμπριλ να μην υποπτευόταν ότι ο Ματ ήξερε. Ίσως. Θυμήθηκε εκείνο τα σχεδόν κατάμαυρο βλέμμα, που τον είχε αρπάξει και τον είχε κρατήσει σαν δόντι δικρανιού πάνω στο κεφάλι του. Φως μου, ίσως. Ανάγκασε τον εαυτό του να περπατήσει σαν να είχε άφθονο χρόνο στη διάθεση του -είμαι ένας χαζούλης χωριατάκος, που κοιτάζει τα χαλιά και τα χρυσά. Ένας αγροίκος, που δεν θα τον περνούσε ποτέ από το νου ότι μπορεί κάποιος να τον καρφώσει ένα μαχαίρι στην πλάτη― ώσπου ο Τάλανβορ τον πέρασε από μια βοηθητική πόρτα σε μια πύλη και τον ακολούθησε έξω.

Ο χοντρός αξιωματικός με τα ποντικίσια μάτια ήταν ακόμα εκεί με τους Φρουρούς κι όταν είδε τον Ματ, το πρόσωπό του κοκκίνισε ξανά. Πριν, όμως, προλάβει να ανοίξει το στόμα, μίλησε ο Τάλανβορ. «Παρέδωσε ένα γράμμα στη Βασίλισσα από την Κόρη-Διάδοχο. Θα πρέπει να χαίρεσαι, Έλμπερ, που ούτε η Μοργκέις, ούτε ο Γκάεμπριλ, δεν ξέρουν ότι προσπάθησες να το σταματήσεις, πριν το πάρουν. Ο Άρχοντας Γκάεμπριλ έδειξε εξαιρετικό ενδιαφέρον για το μήνυμα της Αρχόντισσας Ηλαίην».

Το πρόσωπο του Έλμπερ από κόκκινο έγινε κάτασπρο. Έριξε μια αγριωπή ματιά στον Ματ και ζύγωσε τη σειρά των φυλάκων, με τα χάντρινα μάτια του να κοιτάζουν από τα ανοίγματα των προσωπίδων τους, σαν να ήθελε να δει αν είχε προσέξει κάποιος τους το φόβο του.

«Σε ευχαριστώ», είπε ο Ματ στον Τάλανβορ και το εννοούσε. Είχε ξεχάσει τελείως το χοντρό αξιωματικό και τον είχε θυμηθεί μόνο όταν είχε βρεθεί να τον κοιτάζει ξανά καταπρόσωπο. «Καλή σου ώρα, Τάλανβορ».

Ξεκίνησε για να διασχίσει την ωοειδή πλατεία, προσπαθώντας να μην ταχύνει πολύ το βήμα και ξαφνιάστηκε όταν ο Τάλανβορ άρχισε να βαδίζει δίπλα του. Φως μου, να είναι άραγε άνθρωπος τον Γκάεμπριλ, ή μήπως της Μοργκέις; Μόλις είχε νιώσει μια φαγούρα στην πλάτη, σαν μαχαίρι έτοιμο να χωθεί εκεί -δεν ξέρει, που να καώ! Ο Γκάεμπριλ δεν υποψιάζεται ότι ξέρω!― όταν, τελικά, ο νεαρός αξιωματικός του μίλησε.

«Πέρασες καιρό στην Ταρ Βάλον; Στο Λευκό Πύργο; Αρκετό για να μάθεις κάτι για το μέρος;»

«Ήμουν εκεί μονάχα τρεις μέρες», είπε επιφυλακτικά ο Ματ. Θα έλεγε λιγότερο —αν μπορούσε να παραδώσει το γράμμα χωρίς να παραδεχτεί ότι είχε πατήσει ποτέ πόδι στην Ταρ Βάλον, έτσι θα είχε πει― αλλά του φαινόταν ότι ο άλλος δεν θα πίστευε πως είχε κάνει τόσο δρόμο για να δει την αδερφή του και είχε φύγει την ίδια μέρα. Τι στο Φως ζητάει; «Έμαθα όσα είδα εκείνες τις μέρες. Τίποτα σημαντικό. Δεν μου έκαναν περιήγηση, λέγοντάς μου πράγματα. Πήγα εκεί μόνο για να δω την Έλσε».

«Κάτι θα πήρε το αυτί σου, άνθρωπέ μου. Ποια είναι η Σέριαμ; Το να συνομιλήσει κάποιος μαζί της στο μελετητήριό της σημαίνει κάτι;»

Ο Ματ κούνησε με δύναμη το κεφάλι, για να μη δείξει ανακούφιση η έκφρασή του. «Δεν ξέρω ποια είναι», είπε ειλικρινά. Ίσως να είχε ακούσει την Εγκουέν να αναφέρει το όνομα, ή ίσως τη Νυνάβε. Μήπως ήταν κάποια Άες Σεντάι; «Γιατί να σημαίνει κάτι;»

«Δεν ξέρω», είπε μαλακά ο Τάλανβορ. «Είναι πολλά αυτά που δεν ξέρω. Μερικές φορές, νομίζω ότι προσπαθεί να πει κάτι...» Κάρφωσε με το βλέμμα του τον Ματ. «Είσαι στ’ αλήθεια ένας νομιμόφρων Αντορανός, Θομ Γκρίνγουελ;»