«Και βέβαια είμαι». Φως μου, αν το πω μερικές φορές ακόμα, μπορεί και να το πιστέψω. «Εσύ; Υπηρετείς πιστά τη Μοργκέις και τον Γκάεμπριλ;»
Ο Τάλανβορ του έριξε μια ματιά σκληρή, σαν το έλεος των ζαριών. «Υπηρετώ τη Μοργκέις, Θομ Γκρίνγουελ. Αυτή, θα την υπηρετήσω μέχρι θανάτου. Καλό κατευόδιο!» Γύρισε και κίνησε για το Παλάτι, με το χέρι να σφίγγει τη λαβή του ξίφους του.
Ενώ τον έβλεπε να φεύγει, ο Ματ μουρμούρισε: «Πάω στοίχημα τούτο δω» —τίναξε στον αέρα το δερμάτινο πουγκί και το ξανάπιασε― πύτι το ίδιο λέει και ο Γκάεμπριλ». Ό,τι παιχνίδια κι αν έπαιζαν στο Παλάτι, ο Ματ δεν ήθελε να μπλέξει σε κανένα. Και σκόπευε να κρατήσει μακριά τους την Εγκουέν και τις άλλες. Χαζές γυναίκες! Τώρα πρέπει να σώσω το τομάρι τους, αντί να γλιτώσω το δικό μου! Δεν άρχισε να τρέχει, παρά μόνο όταν οι δρόμοι τον έκρυψαν από το Παλάτι.
Όταν μπήκε φουριόζος στην Ευλογία της Βασίλισσας, δεν είχαν αλλάξει πολλά στη βιβλιοθήκη. Ο Θομ και ο πανδοχέας ακόμα κάθονταν στον άβακα των λίθων —από τις θέσεις των λίθων είδε ότι ήταν άλλο παιχνίδι, αλλά και σε αυτό ο Γκιλ ήταν στριμωγμένος― και η πιτσιλωτή γάτα ήταν πάλι πάνω στο τραπέζι και περιποιόταν τη γούνα της. Δίπλα στη γάτα ήταν ένας δίσκος με τις σβησμένες πίπες τους και τα αποφάγια του γεύματός τους, ενώ τα πράγματά του είχαν χαθεί από την καρέκλα. Και οι δύο είχαν ένα ποτήρι με κρασί στο μπράτσο της πολυθρόνας, δίπλα στον αγκώνα τους.
«Φεύγω, αφέντη Γκιλ», είπε. «Κράτα το νόμισμα και ετοίμασε φαγητό. Θα μείνω ίσα για να φάω κι ύστερα θα πάρω το δρόμο για το Δάκρυ».
«Προς τι τόση βιασύνη, μικρέ;» Ο Θομ έμοιαζε να παρακολουθεί περισσότερο τη γάτα, παρά τον άβακα. «Μόλις φτάσαμε».
«Παρέδωσες, λοιπόν, το γράμμα της Αρχόντισσας Ηλαίην;» ρώτησε με έξαψη ο πανδοχέας. «Και φαίνεται να μην πείραξαν ούτε τρίχα της κεφαλής σου. Στ’ αλήθεια σκαρφάλωσες τον τοίχο, όπως ο άλλος νεαρός; Άσε, αυτό δεν έχει σημασία. Γαλήνεψε το γράμμα τη Μοργκέις; Θα πρέπει ακόμα να έχουμε το νου μας μην την ταράξουμε, άνθρωπε μου;»
«Ε, μάλλον τη γαλήνεψε», είπε ο Ματ. «Έτσι νομίζω». Δίστασε μια στιγμή, παίζοντας το πουγκί του Γκάεμπριλ στο χέρι του. Ακούστηκε ένα κουδούνισμα. Δεν είχε κοιτάξει για να δει αν, όντως, είχε δέκα χρυσά μάρκα μέσα· το βάρος φαινόταν σωστό. «Αφέντη Γκιλ, τι μπορείς να μου πεις για τον Γκάεμπριλ; Πέρα από το ότι δεν συμπαθεί τις Άες Σεντάι. Είπες ότι δεν έχει καιρό στο Κάεμλυν;»
«Γιατί θες να μάθεις γι’ αυτόν;» ρώτησε ο Θομ. «Μπέηζελ, θα τοποθετήσεις το λίθο σου ή όχι;» Ο πανδοχέας αναστέναξε κι ακούμπησε ένα μαύρο λίθο στον άβακα και ο βάρδος κούνησε το κεφάλι.
«Το λοιπόν, παλικάρι μου», είπε ο Γκιλ, «δεν έχω πολλά να πω. Ήρθε από τα δυτικά το χειμώνα. Κάπου από τα μέρη σου, νομίζω. Μπορεί να ήταν από τους Δύο Ποταμούς. Άκουσα να λένε για τα βουνά».
«Δεν έχουμε άρχοντες στους Δύο Ποταμούς», είπε ο Ματ. «Μπορεί να έχει μερικούς στις περιοχές του Μπάερλον. Δεν ξέρω».
«Μπορεί αυτό να είναι, παλικάρι μου. Δεν είχα ακούσει γι’ αυτόν άλλη φορά, αλλά δεν ξέρω από τους επαρχιακούς άρχοντες. Ήρθε όσο η Μοργκέις ήταν ακόμα στην Ταρ Βάλον —τότε ήταν― και η μισή πόλη φοβόταν ότι ο Πύργος θα την εξαφάνιζε κι αυτήν. Η άλλη μισή δεν την ήθελε πίσω. Οι ταραχές ξανάρχισαν, όπως έγινε πέρυσι, στα τέλη του χειμώνα».
Ο Ματ κούνησε το κεφάλι. «Δεν με νοιάζουν τα πολιτικά, αφέντη Γκιλ. Για τον Γκάεμπριλ θέλω να μάθω». Ο Θομ τον κοίταξε κατσουφιασμένος και άρχισε να καθαρίζει τα απομεινάρια του καμένου καπνού στην πίπα του με ένα άχυρο.
«Για τον Γκάεμπριλ σου λέω, παλικάρι μου», είπε ο Γκιλ. «Όσο κρατούσαν οι ταραχές, έγινε αρχηγός της φράξιας που υποστήριζε τη Μοργκέις —άκουσα πως τραυματίστηκε στις συγκρούσεις― κι όταν εκείνη ξαναγύρισε, ο Γκάεμπριλ είχε ησυχάσει τα πράγματα. Του Γκάρεθ Μπράυν δεν του άρεσαν οι μέθοδοι του Γκάεμπριλ ― γίνεται σκληρός καμιά φορά― αλλά η Μοργκέις χάρηκε τόσο πολύ που βρήκε ότι, πάλι, είχε επικρατήσει η τάξη, που τον έβαλε στη θέση που είχε κάποτε η Ελάιντα».
Ο πανδοχέας σταμάτησε και ο Ματ τον περίμενε να συνεχίσει, αλλά ο άλλος έμεινε σιωπηλός. Ο Θομ γέμισε ταμπάκ την πίπα του και πλησίασε να την ανάψει με ένα ξυλάκι από μια μικρή λάμπα, την οποία είχαν γι’ αυτό το σκοπό στην κορνίζα του τζακιού.
«Τι άλλο;» ρώτησε ο Ματ. «Ο άνθρωπος κάποιο λόγο θα έχει που τα κάνει αυτά. Αν παντρευτεί τη Μοργκέις, θα γίνει βασιλιάς όταν εκείνη πεθάνει; Εννοώ, αν πέθαινε και η Ηλαίην, επίσης;»
Ο Θομ κόντεψε να πνιγεί από το βήχα καθώς άναβε την πίπα του και ο Γκιλ έβαλε τα γέλια. «Το Άντορ έχει βασίλισσα, παλικάρι. Πάντα βασίλισσα. Άμα πέθαιναν μαζί η Μοργκέις και η Ηλαίην —το Φως να δώσει να μη γίνει τέτοιο πράγμα!― τότε θα ανέβαινε στο θρόνο η κοντινότερη συγγενής της Μοργκέις. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά δεν υπάρχει αμφιβολία ποια είναι ― μια ξαδέρφη, η Αρχόντισσα Ντυέλιν· όχι σαν τη Διαδοχή, όταν εξαφανίστηκε η Τιγκραίν. Τότε είχε περάσει πολύς χρόνος, μέχρι η Μοργκέις να καθίσει στο Θρόνο του Λιονταριού. Η Ντυέλιν θα μπορούσε να διατηρήσει τον Γκάεμπριλ ως συμβουλάτορά της, ή να τον παντρευτεί για να ενισχύσει τη διαδοχή ― παρ’ όλο που αυτό μάλλον δεν θα το έκανε, παρά μόνο στην περίπτωση που η Μοργκέις είχε κάνει παιδί μαζί του, αλλά ακόμα και τότε, ο Γκάεμπριλ θα ήταν ο Βασιλικός Σύζυγος. Τίποτα παραπάνω. Δόξα στο Φως, η Μοργκέις είναι ακόμα νέα γυναίκα. Και η Ηλαίην έχει την υγειά της. Φως μου! Δεν πιστεύω το γράμμα να έλεγε ότι είναι άρρωστη, έτσι δεν είναι;»