Выбрать главу

«Εσύ και το Παιχνίδι των Οίκων σου», μουρμούρισε ο Γκιλ. «Πάντως, ίσως φέρει αποτέλεσμα». Ένα ξαφνικό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. «Ξέρω ακόμα και σε ποιον θα πω να το αρχίσει. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πω στην Γκίλντα ότι το ονειρεύτηκα και σε τρεις μέρες θα το έχει πει για γεγονός στις σερβιτόρες της μισής Νέας Πόλης. Είναι η μεγαλύτερη κουτσομπόλα που έπλασε ο Δημιουργός».

«Πρόσεχε μόνο μην ανακαλύψουν ότι οι φήμες ξεκίνησαν από σένα, Μπέηζελ».

«Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος, Θομ. Για να καταλάβεις, πριν από μια βδομάδα, κάποιος μου είπε για ένα δικό μου άσχημο όνειρο, σαν κάτι που είχε ακούσει από κάποιον, που το είχε ακούσει από κάποιον άλλο. Η Γκίλντα πρέπει να κρυφάκουγε όταν το έλεγα στην Κολάιν, αλλά όταν τον ρώτησα, μου είπε μια σειρά ονόματα που οδηγούσαν στην άλλη άκρη του Κάεμλυν και χάνονταν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σηκώθηκα και πήγα εκεί πέρα και βρήκα τον τελευταίο της σειράς, από περιέργεια, για να δω από πόσα στόματα είχε περάσει κι αυτός επέμενε ότι ήταν δικό του το άσχημο όνειρο. Δεν υπάρχει φόβος, Θομ».

Τον Ματ δεν τον ένοιαζε τι θα έκαναν με τις φήμες τους —οι φήμες δεν θα βοηθούσαν την Εγκουέν και τις άλλες― αλλά υπήρχε κάτι που τον μπέρδευε. «Θομ, πολύ ήρεμα τα δέχεσαι όλα τούτα. Νόμιζα ότι η Μοργκέις ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής σου».

Ο βάρδος ξανακοίταξε την πίπα του. «Ματ, μια πολύ σοφή γυναίκα μου είπε κάποτε ότι ο χρόνος θα γιατρέψει τις πληγές μου, ότι ο χρόνος γαληνεύει τα πάντα. Δεν την πίστεψα. Μόνο που είχε δίκιο».

«Εννοείς ότι δεν αγαπάς πια τη Μοργκέις».

«Μικρέ, πέρασαν δεκαπέντε χρόνια από τότε που έφυγα από το Κάεμλυν, μισό βήμα μπροστά από το τσεκούρι του δήμιου, με το μελάνι στο ένταλμα ακόμα υγρό από την υπογραφή της Μοργκέις. Όπως καθόμουν εδώ και άκουγα τον Μπέηζελ να φλυαρεί» —ο Γκιλ διαμαρτυρήθηκε και ο Θομ δυνάμωσε τη φωνή του― «να φλυαρεί, λέω, για τη Μοργκέις και τον Γκάεμπριλ και για τον πιθανό γάμο τους, συνειδητοποίησα ότι το πάθος έχει σβήσει εδώ και πολύ καιρό. Ε, θα έλεγα ότι ακόμα τη συμπαθώ, ίσως ακόμα να την αγαπώ λιγάκι, μα δεν είναι πια το μέγα πάθος».

«Και να που σκεφτόμουν μήπως έτρεχες στο Παλάτι για να την προειδοποιήσεις». Γέλασε και ξαφνιάστηκε όταν ο Θομ γέλασε κι αυτός μαζί του.

«Δεν είμαι τόσο βλάκας, μικρέ. Κι οι βλάκες ακόμα ξέρουν ότι άντρες και γυναίκες σκέφτονται διαφορετικά κάποιες φορές, αλλά η μεγαλύτερη διαφορά είναι αυτή. Οι άντρες ξεχνούν, αλλά δεν συγχωρούν ποτέ, ενώ οι γυναίκες συγχωρούν, αλλά δεν ξεχνούν ποτέ. Η Μοργκέις μπορεί να με φιλούσε στο μάγουλο, να μου πρόσφερε ένα κύπελλο κρασί, να έλεγε πόσο της έλειψα. Και μετά μπορεί να άφηνε τους Φρουρούς να με σύρουν στη φυλακή και στο δήμιο. Όχι. Η Μοργκέις είναι από τις ικανότερες γυναίκες που γνώρισα ποτέ κι αυτό κάτι λέει. Σχεδόν νιώθω οίκτο για τον Γκάεμπριλ, όταν η Μοργκέις μάθει τι σκαρώνει. Στο Δάκρυ είπες; Υπάρχει πιθανότητα να περιμένεις μέχρι αύριο για να φύγεις; Μιας βραδιάς ύπνος θα μου έκανε καλό».

«Πριν νυχτώσει, θέλω να είμαι όσο το δυνατόν πιο μακριά από το Κάεμλυν». Ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Εννοείς ότι θες να έρθεις μαζί μου; Νόμιζα πως ήθελες να μείνεις».

«Δεν με άκουσες να λέω, τώρα δα, ότι αποφάσισα να μη μου κόψουν το κεφάλι; Το Δάκρυ μοιάζει ασφαλέστερο μέρος για μένα απ’ το Κάεμλυν και ξαφνικά αυτό δεν μου φαίνεται τόσο άσχημο. Εκτός αυτού, μου αρέσουν εκείνες οι κοπέλες». Ένα μαχαίρι εμφανίστηκε στο χέρι του και χάθηκε εξίσου ξαφνικά. «Δεν θα ήθελα να πάθουν κάτι. Αλλά, αν θέλεις να φτάσεις γρήγορα στο Δάκρυ, πρέπει να πας στο Αρινγκίλ. Με ένα γρήγορο πλοίο θα φτάσουμε εκεί μέρες νωρίτερα, παρά αν ταξιδέψουμε με άλογα, ακόμα κι αν τα τρέχαμε μέχρι να σκάσουν. Και δεν το λέω μόνο επειδή ο πισινός μου έχει πάρει το σχήμα της σέλας».

«Στο Αρινγκίλ, λοιπόν. Αρκεί να πάμε γρήγορα».

«Ε, λοιπόν», είπε ο Γκιλ, «αφού φεύγεις, παλικάρι, κάτσε να κανονίσω το φαγητό που παράγγειλες». Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και ξεκίνησε προς την πόρτα.

«Κράτα μου το αυτό, αφέντη Γκιλ», είπε ο Ματ και του πέταξε το δερμάτινο πουγκί.

«Τι είναι αυτό, παλικάρι μου; Νομίσματα;»

«Το στοίχημα. Ο Γκάεμπριλ δεν το ξέρει, μα αυτός κι εγώ έχουμε ένα στοίχημα». Η γάτα πήδηξε κάτω, όταν ο Ματ πήρε το ξύλινο κύπελλο των ζαριών και τα έριξε στο τραπέζι. Πέντε εξάρια. «Και πάντα κερδίζω».