Выбрать главу

48

Ακολουθώντας την Τέχνη

Καθώς ο Σβέλτος προχωρούσε προς το Δάκρυ, στη δυτική όχθη του ποταμού Ερινίν, γέρνοντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη, η Εγκουέν δεν έβλεπε την πόλη που πλησίαζε. Με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από την κουπαστή ατένιζε τα νερά του Ερινίν, που κυλούσαν πλάι στο χοντρό κύτος του πλοίου, καθώς και το μπροστινό κουπί από την πλευρά της, που εμφανιζόταν στο οπτικό πεδίο της και χανόταν ξανά, ανοίγοντας άσπρα αυλάκια στο ποτάμι. Της έφερνε ναυτία, αλλά ήξερε ότι, αν σήκωνε το κεφάλι, η αναγούλα θα χειροτέρευε. Αν κοίταζε την ακτή, η αργή, ρυθμική κίνηση του Σβέλτου θα φαινόταν εντονότερη.

Το πλοίο λικνιζόταν με αυτό τον τρόπο από τότε που είχαν φύγει από το Τζουρένε. Δεν την ένοιαζε πώς το πλοίο αρμένιζε πρωτύτερα· έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να είχε βουλιάξει ο Σβέλτος πριν φτάσει στο Τζουρένε. Ευχόταν να είχε αναγκάσει τον καπετάνιο να πιάσει στο Αρινγκίλ, για να βρουν άλλο πλοίο. Ευχόταν να μην είχε πλησιάσει ποτέ στη ζωή της πλοίο. Ευχόταν αδιάκοπα διάφορα πράγματα, τα περισσότερα για να μη σκέφτεται πού βρισκόταν.

Το λίκνισμα ήταν πιο ήρεμο τώρα που χρησιμοποιούσαν τα κουπιά, παρά πριν, με τα πανιά, αλλά συνεχιζόταν εδώ και τόσες μέρες, που δεν της φαινόταν να υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά. Το στομάχι της από μέσα πάφλαζε, σαν γάλα σε κανάτα. Κατάπιε και προσπάθησε να ξεχάσει αυτή την εικόνα.

Με την Ηλαίην και τη Νυνάβε δεν είχαν κατορθώσει να καταστρώσουν τα σχέδια τους στον Σβέλτο. Η Νυνάβε δεν άντεχε πάνω από δέκα λεπτά χωρίς να κάνει εμετό και όταν η Εγκουέν το έβλεπε αυτό, έβγαζε κι αυτή το λίγο φαγητό που είχε καταφέρει να φάει. Η ζέστη, που δυνάμωνε καθώς κατηφόριζαν το ποτάμι, χειροτέρευε την κατάσταση. Τώρα, η Νυνάβε ήταν πάλι κάτω και σίγουρα η Ηλαίην της κρατούσε τη λεκάνη.

Αχ, Φως μου, όχι! Μην το σκέφτεσαι! Πράσινοι αγροί. Λιβάδια. Φως μου, τα λιβάδια δεν λικνίζονται σαν αυτό το πλοίο. Κολιμπρί. Όχι, όχι κολιμπρί! Κορυδαλλοί. Κορυδαλλοί που κελαηδούν.

«Κυρά Τζόσλυν; Κυρά Τζόσλυν!»

Στην αρχή δεν αναγνώρισε το όνομα που είχε δώσει στον καπετάνιο Κάνιν, ούτε τη φωνή του. Σήκωσε αργά το κεφάλι και στύλωσε το βλέμμα στο μακρουλό πρόσωπό του.

«Σε λίγο πιάνουμε στο λιμάνι, κυρά Τζόσλυν. Όλο έλεγες πόσο ανυπομονούσες να πατήσεις στη στεριά. Ε, τώρα φτάσαμε». Η φωνή του δεν έκρυβε την επιθυμία του να ξεφορτωθεί τις τρεις επιβάτισσές του, από τις οποίες οι δύο δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να τις πιάνει το ποτάμι, όπως έλεγε, και να βογκούν όλη τη νύχτα.

Οι ναύτες, ξυπόλητοι και χωρίς πουκάμισο, πετούσαν σκοινιά στους άντρες στην πέτρινη αποβάθρα, που ξεπρόβαλε στο ποτάμι· οι λιμενεργάτες φορούσαν μακριά δερμάτινα γιλέκα, αντί για πουκάμισα. Στο πλοίο είχαν ήδη τραβήξει τα κουπιά, με εξαίρεση ένα ζευγάρι, με το οποίο κατηύθυναν το πλοίο για να μην πλησιάσει με φόρα την αποβάθρα. Οι πλάκες της αποβάθρας ήταν υγρές· ο αέρας ήταν νοτισμένος, σαν να είχε βρέξει πρόσφατα κι αυτό ήταν κάποια ανακούφιση. Η Εγκουέν συνειδητοποίησε ότι το λίκνισμα είχε πάψει από ώρα, αλλά το στομάχι της ακόμα το θυμόταν. Ο ήλιος έγερνε στα δυτικά. Προσπάθησε να μη σκεφτεί το δείπνο.

«Πολύ ωραία, καπετάνιε Κάνιν», είπε επιστρατεύοντας όση αξιοπρέπεια μπορούσε. Δεν θα είχε τέτοιο ύφος, αν φορούσα το δαχτυλίδι μου, ακόμα κι αν έκανα εμετό πάνω στις μπότες του. Η εικόνα στο νου της την έκανε να ανατριχιάσει.

Το δαχτυλίδι της με το Μέγα Ερπετό και το στρεβλωμένο δαχτυλίδι του τερ’ανγκριάλ τώρα κρέμονταν από ένα δερμάτινο κορδόνι γύρω από το λαιμό της. Το πέτρινο δαχτυλίδι το ένιωθε ψυχρό πάνω στο δέρμα της —αρκετά για να αντισταθμίσει την υγρή ζέστη του αέρα― αλλά, πέρα απ’ αυτό, είχε βρει ότι όσο περισσότερο χρησιμοποιούσε το τερ’ανγκριάλ, τόσο περισσότερο ήθελε να το αγγίζει, χωρίς θύλακο ή ρούχο ανάμεσα τους.

Ο Τελ’αράν’ριοντ ακόμα της έδειχνε ελάχιστα πράγματα που να έχουν άμεση χρησιμότητα. Μερικές φορές έβλεπε κλεφτά τον Ραντ, τον Ματ ή τον Πέριν και πιο πολύ στα δικά της όνειρα, χωρίς το τερ’ανγκριάλ, αλλά καμία δεν έβγαζε νόημα. Έβλεπε τους Σωντσάν, τους οποίους αρνούνταν να σκεφτεί. Εφιάλτες με Λευκομανδίτες, που έβαζαν τον αφέντη Λούχαν σε μια πελώρια, οδοντωτή παγίδα ως δόλωμα. Γιατί άραγε ο Πέριν είχε ένα γεράκι στον ώμο και τι το σημαντικό υπήρχε στο να διαλέξει ανάμεσα στο τσεκούρι που φορούσε τώρα και στο σφυρί σιδερά; Τι σήμαινε το ότι ο Ματ έπαιζε ζάρια με τον Σκοτεινό, γιατί φώναζε «έρχομαι!» και γιατί η Εγκουέν μέσα στο όνειρο πίστευε ότι το φώναζε σ’ αυτήν; Ήταν κι ο Ραντ. Τρυπώνοντας στο σκοτάδι, προχωρούσε προς το Καλαντόρ, ενώ ολόγυρά του βάδιζαν έξι άντρες και πέντε γυναίκες, που κάποιοι τον κυνηγούσαν και κάποιοι τον αγνοούσαν, κάποιοι προσπαθούσαν να τον οδηγήσουν προς το αστραφτερό κρυστάλλινο σπαθί και κάποιοι προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν πριν το φτάσει κι έμοιαζαν να μην ξέρουν πού βρισκόταν, ή τον έβλεπαν μόνο φευγαλέα. Ένας άντρας είχε μάτια όλο φλόγες και ήθελε τον Ραντ νεκρό με τόση απόγνωση, που η Εγκουέν σχεδόν την ένιωθε. Της φαινόταν πως τον ήξερε. Ο Μπα’άλζαμον. Μα ποιοι ήταν οι άλλοι; Έβλεπε τον Ραντ πάλι σε εκείνο τον ξερό, σκονισμένο θάλαμο, με εκείνα τα μικρά πλάσματα να χώνονται κάτω από το δέρμα του. Τον Ραντ να αντιμετωπίζει μια ορδή Σωντσάν. Τον Ραντ να αντιμετωπίζει την ίδια και τις γυναίκες που ήταν μαζί της, που μια απ’ αυτές ήταν Σωντσάν. Όλα της έφερναν υπερβολική σύγχυση. Έπρεπε να πάψει να σκέφτεται τον Ραντ και τους άλλους και να συγκεντρωθεί σε αυτό που θα έβρισκε μπροστά της. Τι σκαρώνει το Μαύρο Άτζα; Γιατί δεν ονειρεύομαι κάτι γι’ αυτό; Φως μου, γιατί δεν μπορώ να μάθω ηώς να κάνει αυτό που θέλω;