«Κατέβασε τα άλογα στη στεριά, καπετάνιε», είπε στον Κάνιν. «Θα πω στην κυρά Μαρυίμ και στην κυρά Καρύλα ότι φτάσαμε». Αυτές ήταν η Νυνάβε —Μαρυίμ― και η Ηλαίην ― Καρύλα.
«Έστειλα άνθρωπο να τους το πει, κυρά Τζόσλυν. Και τα άλογά σας θα είναι στην αποβάθρα μόλις στήσουν τη δοκό οι ναύτες μου».
Φαινόταν πολύ ευχαριστημένος που τις ξεφορτωνόταν. Σκέφτηκε να του πει να μη βιαστεί, αλλά έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Ο Σβέλτος μπορεί να είχε σταματήσει το λίκνισμά του, αλλά η Εγκουέν ήθελε να ξαναπατήσει σε σταθερό έδαφος. Τώρα. Πάντως, σταμάτησε για να χτυπήσει φιλικά τη μύτη της Ομίχλης και να αφήσει την γκρίζα φοράδα να γλείψει την παλάμη της, για να δείξει στον Κάνιν ότι δεν βιαζόταν και τόσο.
Η Νυνάβε και η Ηλαίην φάνηκαν στη σκάλα που οδηγούσε στις καμπίνες τους, φορτωμένες μπαγκάζια και σακίδια σέλας, ενώ η Ηλαίην σχεδόν κουβαλούσε μαζί με τα άλλα και τη Νυνάβε. Όταν η Νυνάβε είδε την Εγκουέν να τις παρακολουθεί, ξεκόλλησε από την Κόρη-Διάδοχο και έκανε χωρίς βοήθεια τον υπόλοιπο δρόμο, ως εκεί που οι ναύτες έστηναν μια στενή σανιδόσκαλα για την αποβάθρα. Δύο ναύτες πήγαν και έδεσαν μια πλατιά μουσαμαδένια θηλιά κάτω από την κοιλιά της Ομίχλης και η Εγκουέν κατέβηκε τρέχοντας για να πάρει τα πράγματά της. Όταν ξανανέβηκε, το άλογό της ήταν κιόλας στο μόλο και η σκουρόχρωμη, βουλάτη φοράδα της Ηλαίην κρεμόταν στη μουσαμαδένια θηλιά στα μισά του δρόμου.
Για μια στιγμή, όταν τα πόδια της πάτησαν το μόλο, την κατέκλυσε μια ανακούφιση. Το έδαφος δεν θα έγερνε, δεν θα λικνιζόταν. Και μετά κοίταξε την πόλη, που είχαν περάσει τόσα βάσανα για να τη φτάσουν.
Πέτρινες αποθήκες κατέληγαν σε μακριές αποβάθρες και φαινόταν να υπάρχουν πλήθος πλοία, μεγάλα και μικρά, παραταγμένα στις αποβάθρες ή αγκυροβολημένα στο ποτάμι. Το βλέμμα της έσπευσε να αποφύγει τα πλοία. Το Δάκρυ ήταν θεμελιωμένο σε επίπεδη γη, σχεδόν χωρίς καθόλου υψώματα. Στους λασπωμένους χωματόδρομους φαίνονταν σπίτια, πανδοχεία και ταβέρνες, κτίρια ξύλινα και πέτρινα. Είχαν σκεπές από πλάκες ή κεραμίδια, με αλλόκοτες άκρες, που μερικές υψώνονταν σχηματίζοντας μύτες. Παραπέρα, διέκρινε ένα ψηλό τείχος από σκούρα γκρίζα πέτρα και πιο πίσω κορυφές πύργων, τους οποίους έζωναν ψηλές βεράντες. Διέκρινε, επίσης, παλάτια με άσπρους θόλους. Οι θόλοι είχαν τετραγωνισμένη κοψιά και οι κορυφές των πύργων έμοιαζαν μυτερές, σαν μερικές από τις στέγες έξω από το τείχος. Συνολικά, το Δάκρυ ήταν ίσο σε μέγεθος με το Κάεμλυν ή την Ταρ Βάλον και παρ’ όλο που υστερούσε σε ομορφιά, δεν έπαυε να είναι μια από τις λαμπρές πόλεις. Αλλά η Εγκουέν δυσκολευόταν να κοιτάξει οτιδήποτε εκτός από την Πέτρα του Δακρύου.
Είχε ακούσει γι’ αυτήν από παραμύθια, είχε ακούσει ότι ήταν το πιο σπουδαίο οχυρό στον κόσμο και το παλαιότερο, το πρώτο που είχε κατασκευαστεί μετά το Τσάκισμα του Κόσμου. Εντούτοις, τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτό το θέαμα. Στην αρχή, της φάνηκε πως ήταν ένας πελώριος λόφος από γκρίζο βράχο, ή ένα μικρό, στέρφο βουνό με έκταση εκατοντάδες τομάρια, ξεκινώντας από τον Ερινίν δυτικά και προχωρώντας από τα τείχη μέσα στην πόλη. Ακόμα κι όταν είδε το πελώριο λάβαρο να ανεμίζει από την ψηλότερη κορφή του —τρεις λευκές ημισέληνοι, που έγερναν πάνω από ένα χωράφι μισό κόκκινο, μισό χρυσό· ένα λάβαρο που ανέμιζε τουλάχιστον τριακόσια βήματα πάνω από το ποτάμι, αλλά ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να φαίνεται καθαρά σε εκείνο το ύψος― κι όταν διέκρινε τους προμαχώνες και τους πύργους, της φαινόταν δύσκολο να πιστέψει ότι η Πέτρα του Δακρύου ήταν κατασκευασμένη κι όχι σμιλεμένη σε ένα βουνό που ήδη υπήρχε εκεί.