«Κατασκευάστηκε με τη Δύναμη», μουρμούρισε η Ηλαίην. Κι αυτή ατένιζε την Πέτρα. «Ροές Γης υφασμένες έτσι ώστε να σηκώσουν πέτρα από το έδαφος, Αέρα για να τη φέρουν από κάθε άκρη του κόσμου και Γη και Φωτιά για να το κάνουν όλο μονοκόμματο, δίχως αρμούς, ενώσεις ή κονίαμα. Η Ατουάν Σεντάι λέει ότι ο Πύργος σήμερα δεν θα μπορούσε να το κάνει. Παράξενο, αν σκεφτείς τι γνώμη έχουν οι Υψηλοί Άρχοντες τώρα για τη Δύναμη».
«Νομίζω», είπε μαλακά η Νυνάβε, κοπάζοντας τους λιμενεργάτες που κινούνταν γύρω τους, «πως δεδομένου αυτού ακριβώς του πράγματος, δεν θα έπρεπε να αναφέρουμε φωναχτά ορισμένα άλλα πράγματα». Η Ηλαίην φάνηκε να διχάζεται ανάμεσα στην αγανάκτηση —είχε μιλήσει με πολύ απαλή φωνή― και τη συμφωνία· η Κόρη-Διάδοχος συμφωνούσε πολύ συχνά και πολύ εύκολα με τη Νυνάβε και αυτό δεν άρεσε στην Εγκουέν.
Μόνο όταν η Νυνάβε έχει δίκιο, παραδέχτηκε μέσα της μουτρωμένη. Εδώ θα είχαν τα μάτια τους τέσσερα, αν έβλεπαν μια γυναίκα να φορά το δαχτυλίδι ή να έχει κάποια σχέση με την Ταρ Βάλον. Οι ξυπόλητοι λιμενεργάτες, με τα δερμάτινα γιλέκα, δεν πρόσεχαν καθόλου τις τρεις τους καθώς προχωρούσαν βιαστικά, κουβαλώντας μπάλες και δεμάτια, άλλοτε με καρότσια και άλλοτε στην πλάτη. Ο αέρας είχε μια έντονη μυρωδιά ψαριού· οι τρεις διπλανές αποβάθρες είχαν δεκάδες ψαρόβαρκες μαζεμένες γύρω τους, όπως ήταν κι εκείνες στον πίνακα, στο μελετητήριο της Άμερλιν. Άντρες δίχως πουκάμισο και γυναίκες ξυπόλητες έβγαζαν καλάθια με ψάρια από τις βάρκες, σωρούς ψαριών σε χρώμα ασημί και χρυσό και πράσινο, καθώς και σε άλλα χρώματα, που η Εγκουέν ποτέ δεν θα μάντευε ότι θα έβρισκε σε ψάρια, όπως λαμπερό κόκκινο, βαθύ μπλε και αστραφτερό κίτρινο, μερικά, μάλιστα, με ρίγες ή πιτσιλάδες, είτε άσπρες, είτε σε άλλα χρώματα.
Χαμήλωσε τη φωνή της, για να την ακούσει μονάχα η Ηλαίην. «Έχει δίκιο, Καρύλα. Μην ξεχνάς γιατί σε λένε Καρύλα». Δεν ήθελε να την ακούσει η Νυνάβε να το παραδέχεται. Η έκφραση της δεν άλλαξε ακούγοντάς το, αλλά η Εγκουέν ένιωσε την ικανοποίηση να ακτινοβολεί από μέσα της, σαν κουζίνα που ανάδινε θερμότητα.
Τώρα κατέβαζαν το μαύρο άτι της Νυνάβε στην αποβάθρα· οι ναύτες είχαν κατεβάσει το σανό από το πλοίο και τον είχαν ρίξει, έτσι απλά, στις υγρές πέτρες της αποβάθρας. Η Νυνάβε έριξε μια ματιά στα άλογα και άνοιξε το στόμα —η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να τους πει να σελώσουν τα ζώα τους― και ύστερα το ξανάκλεισε, σφίγγοντας τα χείλη, σαν να της είχε στοιχίσει μεγάλο κόπο αυτό. Τράβηξε απότομα την πλεξούδα της. Πριν καλά-καλά πάρουν τη μουσαμαδένια θηλιά, η Νυνάβε έριξε στη ράχη του μαύρου αλόγου μια κουβέρτα με γαλάζιες ρίγες και ανέβασε από πάνω τη σέλα με το ψηλό μπροστάρι. Ούτε που κοίταξε τις άλλες δύο γυναίκες.
Η Εγκουέν κάθε άλλο παρά ανυπομονούσε να καβαλήσει το άλογό της εκείνη την ώρα —η κίνησή του ίσως θύμιζε στο στομάχι της τον Σβέλτο― αλλά ξανακοίταξε τους λασπωμένους δρόμους και πείστηκε. Φορούσε γερά παπούτσια, αλλά δεν θα ήταν ευχάριστο να τα καθαρίζει μετά, ούτε και να ανασηκώνει τα φουστάνια της περπατώντας. Σέλωσε στα γρήγορα την Ομίχλη, ανέβηκε στην πλάτη της, έσιαξε τα φουστάνια της και μετά σκέφτηκε ότι μπορεί, τελικά, η λάσπη να μην ήταν και τόσο άσχημη. Λίγη δουλειά με το βελονάκι στον Σβέλτο —αυτή τη φορά τα είχε κάνει όλα η Ηλαίην· η Κόρη-Διάδοχος ήταν πολύ καλή στο κέντημα και το ράψιμο― και όλες οι φούστες τους άνοιγαν στη μέση κι έτσι οι τρεις τους μπορούσαν να ιππεύουν τα άλογα κανονικά.
Όπως η Νυνάβε ανέβαινε στη σέλα, το πρόσωπό της χλώμιασε για μια στιγμή, καθώς το άλογο έκανε μερικά νευρικά χοροπηδητά. Συγκρατήθηκε, έσφιξε τα χείλη, κράτησε σταθερά τα γκέμια και σε λίγο το είχε ηρεμήσει. Μέχρι να περάσουν αργά δίπλα από τις αποθήκες, μπορούσε πια να μιλήσει. «Πρέπει να βρούμε τη Λίαντριν και τις άλλες, δίχως να μάθουν ότι τις ψάχνουμε. Σίγουρα ξέρουν ότι ερχόμαστε —ότι κάποια έρχεται, εν πάση περιπτώσει― αλλά θα ήθελα να μη μάθουν ότι είμαστε εδώ, παρά μόνο όταν θα είναι πολύ αργά γι’ αυτές». Ανάσανε βαθιά. «Ομολογώ ότι δεν σκέφτηκα πώς μπορεί να γίνει αυτό. Ακόμα. Εσείς έχετε καμιά πρόταση;»
«Με κλεφτοκυνηγό», είπε η Ηλαίην, δίχως να διστάσει. Η Νυνάβε την κοίταξε συνοφρυωμένη.
«Θες να πεις, σαν τον Χούριν;» είπε η Εγκουέν. «Αλλά ο Χούριν ήταν στην υπηρεσία του βασιλιά του. Αν έχει κλεφτοκυνηγούς εδώ, δεν θα υπηρετούν τους Υψηλούς Άρχοντες;»
Η Ηλαίην κατένευσε και, για μια στιγμή, η Εγκουέν ζήλεψε το στομάχι της Κόρης-Διαδόχου. «Ναι, βέβαια. Αλλά οι κλεφτοκυνηγοί δεν είναι σαν τους Φρουρούς της Βασίλισσας, ή σαν τους Δακρινούς Υπερασπιστές της Πέτρας. Υπηρετούν τον ηγέτη, αλλά καμιά φορά τα θύματα των κλεφτών τους πληρώνουν για να ξαναβρούν τα κλεμμένα. Επίσης, μερικές φορές πληρώνονται για να βρουν ανθρώπους. Τουλάχιστον, έτσι γίνεται στο Κάεμλυν. Δεν φαντάζομαι να είναι διαφορετικά εδώ, στο Δάκρυ».