«Τότε θα κλείσουμε δωμάτια σε πανδοχείο», είπε η Εγκουέν, «και θα ζητήσουμε από τον πανδοχέα να μας βρει κλεφτοκυνηγό».
«Όχι σε πανδοχείο», είπε η Νυνάβε, με την ίδια αποφασιστικότητα που οδηγούσε το άτι της· φαινόταν να μην αφήνει ποτέ το άλογο να ξεφύγει από τον έλεγχό της. Έπειτα από λίγο, χαμήλωσε λίγο τον τόνο της φωνής της. «Η Λίαντριν μας γνωρίζει και το ίδιο πρέπει να υποθέσουμε και για τις άλλες. Σίγουρα θα παρακολουθούν τα πανδοχεία, για να βρουν όσες ακολούθησαν τα ίχνη που έσπειραν στο διάβα τους. Θέλω να τους κλείσω την παγίδα κατάμουτρα, αλλά όχι με εμάς μέσα. Δεν θα μείνουμε σε πανδοχείο».
Η Εγκουέν δεν της έδωσε την ικανοποίηση να ρωτήσει.
«Τότε πού;» Το μέτωπο της Ηλαίην γέμισε ζάρες. «Αν έκανα γνωστή την παρουσία μου —υποθέτοντας ότι θα μπορούσα να πείσω με αυτά τα ρούχα και δίχως συνοδεία― θα μας καλοδέχονταν στους περισσότερους Οίκους των ευγενών και πιθανότατα στο ίδιο το Δάκρυ, αλλά δεν θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε μυστικό. Πριν βασιλέψει ο ήλιος, θα το είχε μάθει ολόκληρη η πόλη. Δεν μπορώ να σκεφτώ πού αλλού να μείνουμε, παρά μόνο σε κάποιο πανδοχείο, Νυνάβε. Εκτός αν εννοείς να πάμε σε κάποιο αγρόκτημα στην εξοχή, αλλά αποκλείεται να βρούμε κανένα».
Η Νυνάβε κοίταξε την Εγκουέν. «Θα το καταλάβω όταν το δω. Αφήστε με να κοιτάξω».
Η Ηλαίην κοίταξε συννεφιασμένη τη Νυνάβε και ύστερα την Εγκουέν. «“Μην κόβεις τα αυτιά σου, επειδή δεν σου αρέσουν τα σκουλαρίκια”», μουρμούρισε.
Η Εγκουέν έστρεψε πάλι την προσοχή της στο δρόμο τους. Που να καώ, δεν θα την αφήσω να νομίσει ότι μου καίγεται καρφάκι!
Δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι έξω, σε σύγκριση με την Ταρ Βάλον. Ίσως τους αποθάρρυνε η πυκνή λάσπη στους δρόμους. Δίπλα τους αγκομαχούσαν κάρα και άμαξες, που συνήθως τα τραβούσαν βόδια με πλατιά κέρατα, με τους καροτσιέρηδες και τους αμαξάδες να τα συνοδεύουν περπατώντας και κρατώντας μακριές βέργες από κάποιο ανοιχτόχρωμο, ροζιασμένο ξύλο. Από αυτούς τους δρόμους δεν περνούσαν χειράμαξες και ανοιχτές άμαξες ευγενών. Κι εδώ, επίσης, ο αέρας μύριζε ψαρίλα κι αρκετοί από τους άντρες που τις προσπερνούσαν βιαστικά, κουβαλούσαν στη ράχη πελώρια καλάθια γεμάτα ψάρια. Τα μαγαζιά δεν φαίνονταν να ευημερούν κανένα δεν επιδείκνυε έξω τα αγαθά του και η Εγκουέν σπάνια έβλεπε κόσμο να μπαίνει μέσα. Τα καταστήματα είχαν πινακίδες —βελόνα μαζί με ένα τόπι ύφασμα οι ράφτες, μαχαίρι και ψαλίδι οι μαχαιροποιοί, αργαλειό οι υφάντρες και ούτω καθεξής― αλλά στις περισσότερες η μπογιά είχε ξεφτίσει. Τα λίγα πανδοχεία είχαν ταμπέλες που ήταν στα ίδια χάλια και δεν φαίνονταν να έχουν περισσότερη πελατεία. Τα σπιτάκια, που στριμώχνονταν ανάμεσα στα πανδοχεία και τα μαγαζιά, συχνά είχαν στέγες απ’ όπου έλειπαν κεραμίδια ή πλάκες. Αυτό το τμήμα του Δακρύου, πάντως, ήταν φτωχό. Κι απ’ αυτό που έβλεπε στα πρόσωπά τους, ελάχιστοι από τους ανθρώπους εδώ νοιάζονταν για να κάνουν μια προσπάθεια ακόμα. Προχωρούσαν, δούλευαν, αλλά οι περισσότεροι είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά. Ελάχιστοι έριξαν έστω και μια ματιά στις τρεις γυναίκες που πήγαιναν καβάλα στα άλογά τους, εκεί που οι περισσότεροι περπατούσαν.
Οι άντρες φορούσαν σακουλιασμένα παντελόνια, συνήθως δεμένα στους αστραγάλους. Τα σακάκια των λιγοστών που είχαν, ήταν μακριά και σκούρα, στένευαν στα μανίκια και στο στήθος και φάρδαιναν κάτω από τη μέση. Αυτοί που φορούσαν χαμηλά παπούτσια ήταν περισσότεροι από τους άλλους, με τις αρβύλες, όμως οι πιο πολλοί βάδιζαν ξυπόλητοι στη λάσπη. Ήταν αρκετοί εκείνοι που δεν είχαν ούτε σακάκι, ούτε πουκάμισο και το παντελόνι τους το συγκρατούσε ένα πλατύ κομμάτι ύφασμα, μερικές φορές χρωματιστό και συχνά βρώμικο. Κάποιοι φορούσαν πλατιά, κωνικά, ψάθινα καπέλα και μερικοί είχαν μάλλινους σκούφους, που κρέμονταν από τη μια πλευρά του προσώπου τους. Τα γυναικεία φορέματα είχαν ψηλό γιακά, που έφτανε ως το πηγούνι και ποδόγυρο που σταματούσε στον αστράγαλο. Πολλές φορούσαν κοντές ποδίτσες σε ανοιχτά χρώματα, μερικές φορές δυο-τρεις μαζί, που η καθεμιά ήταν μικρότερη από την πιο κάτω της. Οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν ίδια ψάθινα καπέλα με τους άντρες, αλλά βαμμένα ασορτί με τις ποδιές.
Η Εγκουέν, βλέποντας μια γυναίκα, κατάλαβε πώς τα έβγαζαν πέρα με τη λάσπη όσοι φορούσαν παπούτσια. Η γυναίκα είχε μικρούς, ξύλινους τάκους δεμένους στις σόλες των παπουτσιών της, που τα σήκωναν δυο χέρια ψηλότερα από τη λάσπη· περπατούσε λες και τα πόδια της πατούσαν σταθερά στο έδαφος. Η Εγκουέν είδε κι άλλες να φορούν αυτούς τους τάκους, τόσο γυναίκες όσο και άντρες. Μερικές γυναίκες βάδιζαν ξυπόλητες, όχι όμως τόσο πολλές όσο οι άντρες.