Выбрать главу

Αναρωτιόταν ποιο μαγαζί άραγε να πουλούσε τέτοιους τάκους, όταν ξαφνικά η Νυνάβε στράφηκε σε ένα σοκάκι, ανάμεσα σε ένα μακρύ, στενό μονώροφο κτίριο και στο μαγαζάκι ενός αγγειοπλάστη, που είχε τοίχο από πέτρα. Η Εγκουέν κοιτάχτηκε με την Ηλαίην —η Κόρη-Διάδοχος σήκωσε τους ώμους― και ύστερα την ακολούθησαν. Η Εγκουέν δεν ήξερε πού πήγαινε η Νυνάβε, ούτε γιατί —και θα της έλεγε δυο κουβέντες γι’ αυτό― αλλά και δεν ήθελε να χωριστούν.

Το σοκάκι ξαφνικά κατέληξε σε μια μικρή αυλή πίσω από το σπίτι, στην οποία τα κτίρια γύρω της έπαιζαν το ρόλο του φράχτη. Η Νυνάβε είχε ήδη ξεπεζέψει και είχε δέσει τα γκέμια της σε μια συκιά, απ’ όπου το άλογό της δεν θα μπορούσε να φτάσει τα λαχανικά που φύτρωναν σε ένα μικρό λαχανόκηπο, ο οποίος έπιανε τη μισή αυλή. Μια σειρά από πέτρες είχαν τοποθετηθεί έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα διάδρομο προς την πίσω πόρτα. Η Νυνάβε πλησίασε την πόρτα και χτύπησε.

«Τι είναι;» απαίτησε να μάθει η Εγκουέν, χωρίς να συνειδητοποιεί τι έκανε. «Γιατί σταματήσαμε εδώ;»

«Δεν είδες τα βοτάνια στα μπροστινά παράθυρα;» Η Νυνάβε ξαναχτύπησε την πόρτα.

«Βοτάνια;» είπε η Ηλαίην.

«Μια Σοφία», της είπε η Εγκουέν, ενώ κατέβαινε από τη σέλα για να δέσει την Ομίχλη πλάι στο μαύρο άλογο. Το Γκαϊντίν δεν είναι καλό όνομα για άλογο. Τι νομίζει, ότι δεν καταλαβαίνω για ποιον το ονόμασε έτσι; «Η Νυνάβε βρήκε Σοφία, ή Αναζητήτρια, ή όπως τις λένε εδώ πέρα, τέλος πάντων».

Η πόρτα άνοιξε μια χαραμάδα και μια γυναίκα τις κοίταξε καχύποπτα. Στην αρχή, η Εγκουέν τη νόμισε χοντρή, αλλά μετά η γυναίκα άνοιξε κι άλλο την πόρτα. Ήταν σίγουρα αφράτη, αλλά οι κινήσεις της έδειχναν ότι από κάτω είχε μυς. Έμοιαζε γεροδεμένη, σαν την κυρά Λούχαν και υπήρχαν κάποιοι στο Πεδίο του Έμοντ που ισχυρίζονταν ότι η Άλσμπετ Λούχαν έφτανε στη δύναμη το σύζυγο της. Δεν ήταν αλήθεια, μα δεν ήταν κι ολότελα ψέμα.

«Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» είπε η γυναίκα με προφορά που θύμιζε την Άμερλιν. Τα γκρίζα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε πυκνές μπούκλες, που χύνονταν σαν ποτάμι γύρω από το κεφάλι της και οι τρεις ποδίτσες της είχαν αποχρώσεις του πράσινου, η καθεμιά πιο σκούρα από την από κάτω της, αλλά ακόμα και η πιο πάνω ήταν ανοιχτόχρωμη. «Ποια από σας έχει την ανάγκη μου;»

«Εγώ», είπε η Νυνάβε. «Θέλω κάτι για το ανακάτεμα στο στομάχι μου. Και ίσως κάποια από τις συντρόφισσές μου να θέλει κάτι. Αν ήρθαμε στο κατάλληλο μέρος, εννοείται».

«Δεν είστε Δακρινές», είπε η γυναίκα. «Έπρεπε να το καταλάβω από τα ρούχα σας, πριν μιλήσεις. Με λένε Μητέρα Γκουένα. Επίσης, με λένε και Σοφή Γυναίκα, αλλά στην ηλικία που έφτασα, έμαθα να μην παίρνουν τα μυαλά μου αέρα. Ήρθες και θα σου δώσω κάτι για το στομάχι σου».

Η κουζίνα της ήταν περιποιημένη, αν και όχι μεγάλη. Είχε μπακιρένια κατσαρολικά κρεμασμένα στους τοίχους και ξεραμένα βότανα και λουκάνικα, που κρέμονταν από το ταβάνι. Υπήρχαν αρκετά ψηλά ντουλάπια από ανοιχτόχρωμο ξύλο και στα πορτάκια τους ήταν σμιλεμένες εικόνες, που έμοιαζαν να παριστάνουν ψηλό χορτάρι. Το τραπέζι ήταν σχεδόν κάτασπρο από το τρίψιμο και στις ράχες των καρεκλών ήταν σκαλισμένα λουλούδια. Πάνω στην κουζίνα, σε μια κατσαρόλα, σιγόβραζε σούπα, από την οποία μοσχομύριζε κάποιο ψάρι, ενώ μια ψιλή τσαγιέρα μόλις είχε αρχίσει να αχνίζει. Δεν υπήρχε φωτιά στο πέτρινο τζάκι και η Εγκουέν ένιωσε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό· η αναμμένη κουζίνα χειροτέρευε τη ζέστη, αν και η Μητέρα Γκουένα δεν έμοιαζε να δίνει σημασία. Στην κορνίζα του τζακιού ήταν απλωμένα πιάτα στη σειρά, ενώ άλλα ήταν στοιβαγμένα τακτικά σε ράφια δεξιά κι αριστερά του. Το πάτωμα φαινόταν σαν να το είχε μόλις σκουπίσει.

Η Μητέρα Γκουένα έκλεισε πίσω τους την πόρτα και καθώς προχωρούσε στην κουζίνα και πλησίαζε τα ντουλάπια της, η Νυνάβε είπε: «Τι τσάι θα μου δώσεις; Αλυσιδόφυλλο; Ή γαλανόριζα;»

«Ή το ένα ή το άλλο, αν δεν μου είχαν τελειώσει». Η Μητέρα Γκουένα έψαξε για λίγο στα ράφια και βρήκε ένα πέτρινο βαζάκι. «Μιας και δεν πρόλαβα να μαζέψω καθόλου τώρα τελευταία, θα σου δώσω ζωμό από φύλλα βαλτόλευκου».

«Αυτό δεν το ξέρω», είπε αργά η Νυνάβε.

«Κάνει την ίδια δουλειά με το αλυσιδόφυλλο, αλλά έχει τόσο πικρή γεύση, που μερικοί δεν το αντέχουν». Η μεγαλόσωμη γυναίκα έριξε ξερά, σπασμένα φύλλα σε ένα γαλάζιο κατσαρολάκι και το έφερε στο τζάκι, για να ρίξει από πάνω καυτό νερό. «Ακολουθείς την τέχνη, λοιπόν; Καθίστε». Έδειξε το τραπέζι με το χέρι που κρατούσε δύο γαλάζια φλιτζάνια, τα οποία είχε πάρει από την κορνίζα του τζακιού. «Καθίστε και θα μιλήσουμε. Ποιας άλλης το στομάχι πονάει;»

«Εγώ είμαι μια χαρά», είπε με αδιάφορο τόνο η Εγκουέν καθώς καθόταν σε μια καρέκλα. «Εσύ νιώθεις αναγούλα, Καρύλα;» Η Κόρη-Διάδοχος κούνησε το κεφάλι, ίσως με μια δόση αγανάκτησης.