«Δεν πειράζει». Η γκριζομάλλα γυναίκα γέμισε ένα φλιτζάνι με το σκούρο υγρό για τη Νυνάβε και ύστερα κάθισε αντίκρυ της στο τραπέζι. «Έφτιαξα αρκετό για δύο, αλλά το τσάι βαλτόλευκου αντέχει πιο πολύ κι από το παστό ψάρι. Όσο κάθεται τόσο δυναμώνει, αλλά και πικρίζει. Είναι σαν αγώνας, από τη μια πόσο χάλια είναι το στομάχι σου, από την άλλη πόσο αντέχει η γλώσσα σου. Πιες, κοπέλα μου». Έπειτα από μια στιγμή, γέμισε το δεύτερο φλιτζάνι και ήπιε μια γουλιά. «Βλέπεις; Δεν παθαίνεις τίποτα».
Η Νυνάβε σήκωσε το φλιτζάνι της και άφησε ένα μικρό ήχο δυσαρέσκειας καθώς το πρωτογευόταν. Όταν ξανακατέβασε το φλιτζάνι, όμως, το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. «Ίσως να είναι λιγάκι πικρό. Πες μου, Μητέρα Γκουένα, θα υπομένουμε πολύ ακόμα αυτή τη βροχή και τις λάσπες;»
Η άλλη γυναίκα κατσούφιασε, με μια δυσαρεστημένη έκφραση που απευθυνόταν και στις τρεις, πριν στραφεί πάλι στη Νυνάβε. «Δεν είμαι Ανεμοσκόπος των Θαλασσινών, κορίτσι μου», είπε ήσυχα. «Αν ήξερα να λέω τον καιρό, θα προτιμούσα να χώσω ζωντανά ασημόκαρφα στον κόρφο μου, παρά να το παραδεχτώ. Οι Υπερασπιστές θεωρούν κάτι τέτοια δουλειά παρόμοια με αυτή των Άες Σεντάι. Λοιπόν, ακολουθείτε την τέχνη ή όχι; Από την όψη, φαίνεται ότι ταξιδεύατε. Τι είναι καλό για την εξάντληση;» φώναξε ξαφνικά.
«Το τσάι φλάτγουορτ», είπε γαλήνια η Νυνάβε, «ή η ρίζα αντιλάυ. Μιας άρχισες τις ερωτήσεις, τι θα έκανες για να διευκολύνεις τη γέννα;»
Η Μητέρα Γκουένα ξεφύσησε. «Θα έβαζα ζεστές πετσέτες, παιδί μου, και ίσως να έδινα λίγο ασπρομάραθο, αν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη η γέννα. Η γυναίκα δεν θέλει κάτι παραπάνω απ’ αυτά, καθώς και ένα χέρι να τη γαληνεύει. Δεν έχεις καμιά ερώτηση που να μην ξέρουν την απάντηση όλες οι μαμές στα χωριά; Τι θα έδινες για τους πόνους της καρδιάς; Τους πόνους που σκοτώνουν».
«Τριμμένο μπουμπούκι γκεάντιν στη γλώσσα», είπε κοφτά η Νυνάβε. «Αν η γυναίκα έχει οξείς πόνους στην κοιλιά και φτύνει αίμα, τι κάνεις;»
Συνέχισαν σαν να δοκίμαζαν η μια την άλλη, πετώντας ερωτήσεις και απαντήσεις ανάμεσά τους ολοένα και πιο γοργά. Μερικές φορές, οι ερωταποκρίσεις καθυστερούσαν λίγο, όταν η μια μιλούσε για ένα φυτό που η άλλη το ήξερε με αλλιώτικο όνομα, αλλά μετά συνέχιζαν εξίσου γοργά· συζητούσαν για τα πλεονεκτήματα που πρόσφεραν τα βάμματα σε σύγκριση με το τσάι διαφόρων ειδών, τα βάλσαμα συγκριτικά με τα καταπλάσματα και πότε τα μεν ήταν καλύτερα από τα δε. Σιγά-σιγά, οι γοργές ερωτήσεις στράφηκαν προς τα βότανα και τις ρίζες που ήξερε η μια και αγνοούσε η άλλη, με σκοπό τη γνώση. Η Εγκουέν άρχισε να εκνευρίζεται καθώς άκουγε.
«Όταν του δώσεις το κοκαλοβότανο», έλεγε η Μητέρα Γκουένα, «τυλίγεις το σπασμένο μέλος με μια πετσέτα, που έχει μουλιάσει σε νερό όπου έχεις βράσει γαλάζια γιδολούλουδα ― πρόσεχε, μόνο τα γαλάζια!» Η Νυνάβε ένευσε ανυπόμονα. «Το νερό να είναι όσο πιο καυτό αντέχει. Ένα μέρος γαλάζια γιδολούλουδα σε δέκα μέρη νερό, όχι πιο αραιά. Αλλάζεις τις πετσέτες μόλις σταματήσουν να αχνίζουν και συνεχίζεις όλη τη μέρα. Το κόκαλο θα θρέψει δυο φορές γρηγορότερα απ’ ότι με το κοκαλοβότανο σκέτο και θα γίνει δυο φορές πιο δυνατό».
«Θα το θυμάμαι», είπε η Νυνάβε. «Ανέφερες ότι χρησιμοποιείς ρίζα προβατόγλωσσας για τον πόνο του ματιού. Πρώτη φορά ακούω —»
Η Εγκουέν δεν άντεχε άλλο. «Μαρυίμ», την έκοψε, «στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι κάποτε θα χρειαστεί να ξέρεις αυτά τα πράγματα; Δεν είσαι πια Σοφία, ή μήπως το ξέχασες;»
«Δεν ξέχασα τίποτα», είπε απότομα η Νυνάβε. «Θυμάμαι άλλοτε, που ενθουσιαζόσουν όσο κι εγώ όταν μάθαινες καινούρια πράγματα».
«Μητέρα Γκουένα», είπε μελιστάλαχτα η Ηλαίην, «τι κάνεις για δυο γυναίκες που δεν σταματούν να τσακώνονται;»
Η γκριζομάλλα γυναίκα σούφρωσε τα χείλη και κοίταξε το τραπέζι συνοφρυωμένη. «Συνήθως, είτε είναι άντρες, είτε είναι γυναίκες, λέω να μην πλησιάζουν ο ένας τον άλλο. Αυτό είναι το καλύτερο και το ευκολότερο».
«Συνήθως;» είπε η Ηλαίην. «Κι αν υπάρχει λόγος που δεν γίνεται να είναι χώρια; Ας πούμε ότι είναι αδελφές».
«Έχω τον τρόπο μου να σταματήσω αυτόν που καυγαδίζει», είπε αργά η άλλη. «Είναι κάτι που δεν λέω σε καμιά να το δοκιμάσει, αλλά κάποιες έρχονται σε μένα». Της Εγκουέν της φάνηκε ότι στις άκρες του στόματός της υπήρχε η υποψία ενός χαμόγελου. «Χρεώνω ένα ασημένιο μάρκο για κάθε γυναίκα. Δύο για τους άντρες, επειδή οι άντρες κάνουν πιο πολλή φασαρία. Υπάρχει κόσμος που θα αγοράσει ό,τι κι αν είναι, αρκεί να στοιχίζει».
«Μα ποια είναι η γιατρειά;» ρώτησε η Ηλαίην.
«Τους λέω ότι πρέπει να φέρουν το άλλο άτομο εδώ, μαζί τους, εκείνον που τσακώνονται. Καθένας τους περιμένει ότι θα κλείσω το στόμα του άλλου». Ασυναίσθητα, η Εγκουέν είχε στήσει αυτί. Πρόσεξε ότι και η Νυνάβε έμοιαζε να δίνει μεγάλη προσοχή. «Αφού με πληρώσουν πρώτα», συνέχισε η Μητέρα Γκουένα, λυγίζοντας το γεροδεμένο μπράτσο της, «τους παίρνω πίσω και τους χώνω το κεφάλι στο βαρέλι που έχω για τα βροχόνερα, ώσπου να συμφωνήσουν ότι θα πάψουν να τσακώνονται».