Выбрать главу

Η Ηλαίην έβαλε τα γέλια.

«Μου φαίνεται ότι κι εγώ κάτι τέτοιο θα έκανα», είπε η Νυνάβε με φωνή που ακουγόταν υπερβολικά ανάλαφρη. Η Εγκουέν έλπισε να μην έμοιαζε καθόλου η έκφρασή της με αυτή της Νυνάβε.

«Αυτό  δεν  θα  με  ξάφνιαζε».   Η  Μητέρα   Γκουένα  τώρα χαμογελούσε απροκάλυπτα. «Τους λέω ότι την άλλη φορά που θα ακούσω ότι τσακώθηκαν, θα κάνω το ίδιο τζάμπα, αλλά στο ποτάμι. Είναι καταπληκτικό πόσο συχνά πετυχαίνει η γιατρειά, ειδικά για τους άντρες. Και είναι καταπληκτικό πόσο έχει βοηθήσει τη φήμη μου. Για κάποιον λόγο, κανένας από τους ανθρώπους που θεραπεύω με αυτό τον τρόπο δεν λέει ποτέ σε άλλον τις λεπτομέρειες κι έτσι κάθε λίγους μήνες όλο και κάποιος έρχεται για τη γιατρειά. Αν ήσουν αρκετά βλάκας ώστε να φας λασπόψαρο, δεν το λες στον κόσμο. Πιστεύω ότι καμία από εσάς δεν θέλει να ξοδέψει ένα ασημένιο μάρκο».

«Δεν νομίζω», είπε η Εγκουέν και αγριοκοίταξε την Ηλαίην όταν εκείνη ξανάβαλε τα γέλια.

«Ωραία», είπε η γκριζομάλλα. «Εκείνοι που τους θεραπεύω από τους τσακωμούς συνήθως με αποφεύγουν, σαν να πιάστηκε βρωμόχορτο στα δίχτυα τους, εκτός αν αρρωστήσουν στ’ αλήθεια ― κι απολαμβάνω την παρέα τους. Οι περισσότεροι που έρχονται αυτό τον καιρό θέλουν κάτι που να διώξει τα άσχημα όνειρά τους και ξινίζουν τη μούρη μαθαίνοντας ότι δεν έχω τι να τους δώσω». Για μια στιγμή ξεχάστηκε και έσμιξε τα φρύδια, ενώ έτριβε τους κροτάφους της. «Είναι ωραίο που βλέπω τρία πρόσωπα που δεν δείχνουν να θεωρούν μοναδική διέξοδο το να πέσουν στη θάλασσα για να πνιγούν. Αν μείνετε καιρό στο Δάκρυ, πρέπει να με επισκεφτείτε ξανά. Η κοπέλα σε φώναξε Μαρυίμ; Εμένα με λένε Αϊλχουίν. Την άλλη θα φορά, θα μιλήσουμε πίνοντας ωραίο τσάι των Θαλασσινών κι όχι κάτι που σου κάνει τη γλώσσα κουρέλι. Φως μου, πόσο σιχαίνομαι τη γεύση του βαλτόλευκου· τα λασπόψαρα θα ήταν γλυκύτερα. Μάλιστα, αν μείνετε τώρα, θα βράσω ένα κατσαρολάκι μαύρο τσάι του Τρεμάλκινγκ. Κοντεύει η ώρα του βραδινού. Έχω μόνο ψωμί, σούπα και τυρί, αλλά είστε καλοδεχούμενες».

«Αυτό θα ήταν πολύ ευχάριστο, Αϊλχουίν», είπε η Νυνάβε. «Για την ακρίβεια... Αϊλχουίν, αν σου περισσεύει κανένα δωμάτιο, θα ήθελα να το νοικιάσω για τις τρεις μας».

Η μεγαλόσωμη γυναίκα τις κοίταξε αμίλητη. Σηκώθηκε όρθια, έβαλε το κατσαρολάκι με το τσάι βαλτόλευκου στο ντουλάπι με τα βότανα και ύστερα, από ένα άλλο ντουλάπι, πήρε ένα κόκκινο κατσαρολάκι και ένα σακουλάκι. Έβρασε μαύρο τσάι του Τρεμάλκινγκ, έβαλε στο τραπέζι τέσσερα καθαρά φλιτζάνια και μια γαβάθα με κερήθρα μαζί με τέσσερα μπακιρένια κουταλάκια, ξανακάθισε στην καρέκλα της και μόνο τότε μίλησε.

«Πάνω έχω τρεις αδειανές κρεβατοκάμαρες, τώρα που παντρεύτηκαν οι κόρες μου. Ο άντρας μου, που το Φως να τον οδηγεί, χάθηκε σε μια θύελλα στα Δάχτυλα του Δράκοντα, πριν από είκοσι χρόνια. Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για ενοίκιο, αν αποφασίσω να σας δώσω τα δωμάτια. Αν, Μαρυίμ». Έβαλε μέλι στο τσάι της και το ανακάτεψε, εξετάζοντάς τες πάλι με το βλέμμα.

«Πώς θα το αποφασίσεις;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Νυνάβε.

Η Αϊλχουίν συνέχισε το ανακάτωμα, σαν να είχε ξεχάσει να πιει. «Τρεις νεαρές γυναίκες, που καβαλούν φίνα άλογα. Δεν ξέρω πολλά για άλογα, αλλά αυτά μου μοιάζουν σαν εκείνα που έχουν οι άρχοντες και οι αρχόντισσες. Εσύ, Μαρυίμ, ξέρεις τόσα για την τέχνη, που θα έπρεπε να έχεις ήδη κρεμάσει βότανα στο παράθυρό σου, ή να ετοιμάζεσαι γι’ αυτό. Ποτέ δεν άκουσα για γυναίκα που ασκεί την τέχνη μακριά από κει που γεννήθηκε, αλλά κρίνοντας από τη λαλιά σου, πρέπει να έχεις κάνει μεγάλο δρόμο». Έριξε μια ματιά στην Ηλαίην. «Μαλλιά σε τέτοιο χρώμα δεν βρίσκονται σε πολλά μέρη. Στο Άντορ, θα έλεγα, από τη μιλιά σου. Οι άμυαλοι οι άντρες όλο λένε ότι θα βρουν μια ξανθομάλλα Αντορανή. Αυτό που θέλω να μάθω είναι, γιατί; Το σκάτε από κάτι; Ή τρέχετε να βρείτε κάτι; Μόνο που δεν μου μοιάζετε για κλέφτρες και ποτέ δεν άκουσα τρεις γυναίκες μαζί να κυνηγούν τον ίδιο άντρα. Πείτε μου λοιπόν γιατί κι αν μου αρέσει, τα δωμάτια είναι δικά σας. Το κρέας στοιχίζει από τότε που χάλασε το εμπόριο με την Καιρχίν. Μα πρώτα το γιατί, Μαρυίμ».

«Κυνηγάμε κάτι, Αϊλχουίν», είπε η Νυνάβε. «Ή μάλλον κάποιους». Η Εγκουέν ανάγκασε τον εαυτό της να μην κουνηθεί και ευχήθηκε να τα κατάφερνε εξίσου καλά με την Ηλαίην, η οποία σιγόπινε το τσάι της σαν να άκουγε να συζητούν για φορέματα. Η Εγκουέν δεν πίστευε ότι ξέφευγαν πολλά από το μαύρο βλέμμα της Αϊλχουίν. «Έκλεψαν κάποια πράγματα, Αϊλχουίν», συνέχισε η Νυνάβε. «Από τη μητέρα μου. Και σκότωσαν. Ήρθαμε εδώ για να αποδοθεί δικαιοσύνη».