Выбрать главу

«Που να καεί η ψυχή μου», είπε η μεγαλόσωμη γυναίκα, «δεν έχετε άντρες στο σόι; Τις πιο πολλές φορές, οι άντρες είναι καλοί μόνο για να κουβαλάνε πράγματα και να μπλέκονται στα πόδια σου —και για φιλιά και άλλα τέτοια― αλλά, αν είναι για πόλεμο ή για να πιαστεί κανένας κλέφτης, εγώ λέω άσε να το κάνουν αυτοί. Το Άντορ είναι πολιτισμένο, όπως είναι και το Δάκρυ. Δεν είστε Αελίτισσες».

«Δεν υπήρχε άλλος, εκτός από μας», είπε η Νυνάβε. «Οι άλλοι, που θα μπορούσαν να έρθουν αντί για εμάς, σκοτώθηκαν».

Οι τρεις δολοφονημένες Άες Σεντάι, σκέφτηκε η Εγκουέν. Δεν μπορεί να ήταν Μαύρο Άτζα. Αλλά αν δεν είχαν σκοτωθεί, η Άμερλιν δεν θα μπορούσε να τις εμπιστευτεί. Προσπαθεί να τηρήσει τους Τρεις Όρκους, αλλά είναι στα όρια.

«Α», έκανε θλιμμένα η Αϊλχουίν. «Σκότωσαν τους άντρες σας; Αδέρφια, συζύγους ή πατεράδες;» Τα μάγουλα της Νυνάβε κοκκίνισαν και η άλλη γυναίκα παρεξήγησε το συναίσθημα. «Άσε, μη μου λες, κοπέλα μου. Δεν θέλω να σκαλίσω παλιές λύπες. Ας μείνουν στα βάθη, μέχρι να λιώσουν. Έλα, έλα τώρα, ησύχασε». Η Εγκουέν μόλις που κρατήθηκε για να μη μουγκρίσει από αηδία.

«Πρέπει να σου πω κάτι», είπε η Νυνάβε με παγωμένη φωνή. Ακόμα το πρόσωπό της ήταν κόκκινο. «Αυτοί οι εγκληματίες και οι κλέφτες είναι Σκοτεινόφιλοι. Είναι γυναίκες, μα είναι επικίνδυνες σαν άντρες, Αϊλχουίν. Αν αναρωτιόσουν γιατί δεν ψάχνουμε για πανδοχείο, να ο λόγος. Ίσως ξέρουν ότι τις ακολουθούμε και μπορεί να μας περιμένουν».

Η Αϊλχουίν ξεφύσησε, για να δείξει ότι δεν έδινε σημασία σε αυτά. «Από τους τέσσερις πιο επικίνδυνους ανθρώπους που ξέρω, οι δύο είναι γυναίκες, που δεν κουβαλάνε πάνω τους ούτε μαχαιράκι κι από τους άντρες μονάχα ένας είναι ξιφομάχος. Όσο για Σκοτεινόφιλους... Μαρυίμ, όταν φτάνεις στα χρόνια μου, μαθαίνεις ότι οι ψεύτικοι Δράκοντες είναι επικίνδυνοι, τα λιονταρόψαρα είναι επικίνδυνα, οι καρχαρίες είναι επικίνδυνοι, όπως και τα μπουρίνια από το νότο· αλλά οι Σκοτεινόφιλοι είναι βλάκες. Βρωμεροί βλάκες, αλλά βλάκες. Ο Σκοτεινός είναι κλειδωμένος εκεί που τον έβαλε ο Δημιουργός και δεν θα τον βγάλουν έξω ούτε οι Άρπαγες, ούτε τα μαχαιρόψαρα που σκιάζουν τα παιδάκια. Δεν με φοβίζουν οι βλάκες, παρά μόνο αν δουλεύουν στο πλοίο που ανέβηκα. Φαντάζομαι ότι δεν έχετε αποδείξεις, τις οποίες θα μπορούσατε να πάτε στους Υπερασπιστές της Πέτρας, έτσι δεν είναι; Θα ήταν ο λόγος σας εναντίον του δικού τους;»

Τι να είναι οι «Άρπαγες»; αναρωτήθηκε η Εγκουέν. Και τα «λιονταρόψαρα», τώρα που το σκέφτομαι.

«Θα έχουμε αποδείξεις όταν τις βρούμε», είπε η Νυνάβε. «Θα έχουν τα πράγματα που έκλεψαν και μπορούμε να τα περιγράψουμε. Είναι παλιά πράγματα, που δεν έχουν αξία για άλλους, παρά μόνο για εμάς και τις φίλες μας».

«Θα ξαφνιαζόσουν μαθαίνοντας πόσο μπορεί να αξίζουν μερικά παλιά πράγματα», είπε ξερά η Αϊλχουίν. «Πέρυσι, ο γερο-Λιούζε Μουλάν είχε πιάσει στα δίχτυα του τρεις γαβάθες και μια κούπα, όλα από καρδιόπετρα, εκεί κάτω, στα Δάχτυλα του Δράκοντα. Τώρα, αντί για την ψαρόβαρκά του, έχει ολόκληρο πλοίο και κάνει εμπόριο στο ποτάμι. Ο γερο-βλάκας δεν ήξερε τι είχε πιάσει, πριν του το πω εγώ. Το πιθανότερο είναι να έχει κι άλλα εκεί που τα βρήκε αυτά, αλλά ο Λιούζε δεν θυμόταν ακριβώς το σημείο. Δεν ξέρω πώς κατάφερνε να πιάνει ψάρια στα δίχτυα του. Ύστερα απ’ αυτό, οι μισές ψαροπούλες του Δακρύου ήταν εκεί κάτω μήνες ολόκληρους και έσερναν τα δίχτυα για να βρουν κουεντιγιάρ, όχι πέρκες και γλώσσες, ενώ σε μερικές επέβαιναν άρχοντες, που έλεγαν πού να πάνε τα δίχτυα. Να πόσο μπορεί να αξίζουν τα παλιά πράγματα, αν είναι αρχαία. Λοιπόν, όπως το βλέπω, χρειάζεστε έναν άντρα σε αυτή την υπόθεση και ξέρω τον κατάλληλο».

«Ποιον;» είπε βιαστικά η Νυνάβε. «Αν εννοείς έναν άρχοντα, κάποιον από τους Υψηλούς Άρχοντες, μην ξεχνάς ότι δεν θα έχουμε να παρουσιάσουμε αποδείξεις, πριν τις βρούμε».

Η Αϊλχουίν γέλασε τόσο δυνατά, που την έπιασε βήχας. «Κοπέλα μου, κανένας στο Μάουλε δεν έχει γνωριμίες με Υψηλούς Άρχοντες, ούτε με κάποιο άλλο είδος άρχοντα. Τα λασπόψαρα δεν κάνουν κοπάδι με τους ασημόπλευρους. Θα σου φέρω εκείνον τον επικίνδυνο που ξέρω, που δεν είναι ξιφομάχος, αλλά είναι ο πιο επικίνδυνος από τους δυο. Ο Τζούιλιν Σάνταρ είναι κλεφτοκυνηγός. Ο καλύτερος. Δεν ξέρω πώς γίνεται στο Άντορ, αλλά εδώ ένας κλεφτοκυνηγός μπορεί να δουλέψει όχι μόνο για άρχοντες και εμπόρους, αλλά και για μένα κι εσένα και να χρεώσει λιγότερο. Ο Τζούιλιν θα βρει αυτές τις γυναίκες, αν μπορεί να βρεθούν και θα φέρει πίσω τα πράγματά σας, χωρίς να χρειαστεί να πλησιάσετε αυτές τις Σκοτεινόφιλες».