Η Νυνάβε συμφώνησε, με ύφος που έλεγε ότι δεν ήταν τελείως σίγουρη. Η Αϊλχουίν έδεσε τους τάκους στα παπούτσια της —ξυλοπέδιλα τους έλεγε― και έφυγε βιαστικά. Η Εγκουέν την παρακολούθησε να βγαίνει, να περνά μπροστά από τα παράθυρα της κουζίνας, δίπλα από τα άλογα και να στρίβει τη γωνία του σοκακιού.
«Μαθαίνεις πώς να είσαι Άες Σεντάι, Μαρυίμ», είπε καθώς γυρνούσε από το παράθυρο. «Χειραγωγείς τους ανθρώπους εξίσου καλά με τη Μουαραίν». Το πρόσωπο της Νυνάβε άσπρισε.
Η Ηλαίην διέσχισε την κουζίνα και χαστούκισε την Εγκουέν. Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε τόσο, που έμεινε να την κοιτάζει. «Το παρατράβηξες», είπε αυστηρά η χρυσομαλλούσα. «Το παράκανες. Πρέπει να ζήσουμε μαζί, αλλιώς είναι σίγουρο ότι θα πεθάνουμε μαζί! Έδωσες στην Αϊλχουίν το πραγματικό σου όνομα; Η Νυνάβε της είπε ό,τι μπορούσαμε ― ότι αναζητούμε Σκοτεινόφιλες κι αυτό ήταν αρκετό ρίσκο από μόνο του, αφού δείχνει ότι έχουμε σχέση με Σκοτεινόφιλες. Της είπε ότι είναι επικίνδυνες, ότι είναι φόνισσες. Θα ήθελες να της πει ότι είναι Μαύρο Άτζα; Στο Δάκρυ; Θα ρίσκαρες τα πάντα, για το ενδεχόμενο να φυλάξει η Αϊλχουίν αυτό το μυστικό;»
Η Εγκουέν έτριψε απαλά το μάγουλό της. Η Ηλαίην είχε δυνατό χέρι. «Δεν μου αρέσουν αυτά που κάνουμε».
«Το ξέρω». Η Ηλαίην αναστέναξε. «Ούτε εμένα. Αλλά πρέπει να τα κάνουμε».
Η Εγκουέν γύρισε την πλάτη και κοίταξε από το παράθυρο τα άλογα. Ξέρω ότι πρέπει. Αλλά δεν μου αρέσουν.
49
Μια Θύελλα στο Δάκρυ
Στο τέλος, η Εγκουέν ξαναγύρισε στο τραπέζι και στο τσάι της. Σκεφτόταν μήπως, τελικά, η Ηλαίην είχε δίκιο, μήπως το είχε παρατραβήξει, αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να ζητήσει συγγνώμη και κάθισαν έτσι όλες αμίλητες.
Όταν ξαναγύρισε η Αϊλχουίν, είχε έναν άντρα μαζί της, ένα λεπτό μεσήλικα, που φαινόταν σαν να είναι σκαλισμένος σε γερασμένο ξύλο. Ο Τζούιλιν Σάνταρ έβγαλε τα ξυλοπέδιλά του στην πόρτα και κρέμασε το κωνικό, ψάθινο καπέλο του σε ένα κρεμαστάρι. Στη ζώνη που φορούσε πάνω από το καφέ σακάκι του είχε ένα σπαθοσπάστη, που έμοιαζε αρκετά με του Χούριν, αλλά είχε κοντές σχισμές δεξιά κι αριστερά της μακριάς σχισμής. Κρατούσε ένα ραβδί που τον έφτανε στο ύψος, αλλά με πλάτος όσο ο αντίχειράς του, φτιαγμένο από το ίδιο εκείνο ανοιχτόχρωμο ξύλο που χρησιμοποιούσαν οι καροτσέρηδες για να κεντρίζουν τα βόδια τους, το οποίο έμοιαζε να έχει αρθρώσεις, σαν δάχτυλο. Τα κοντοκομμένα, μαύρα μαλλιά του έδιναν στο κεφάλι του μια επίπεδη όψη και το σβέλτο, μαύρο βλέμμα του έμοιαζε να προσέχει και να καταγράφει κάθε λεπτομέρεια του δωματίου ― και όσων ήταν εκεί μέσα. Η Εγκουέν θα έβαζε στοίχημα ότι ο άντρας είχε εξετάσει με τη βλέμμα τη Νυνάβε και δεύτερη φορά και, κατά τη γνώμη της, η παντελής έλλειψη αντίδρασης από τη Νυνάβε μιλούσε από μόνη της· ήταν προφανές ότι και η Νυνάβε το είχε καταλάβει.
Η Αϊλχουίν του έδειξε το τραπέζι κι αυτός πλησίασε και δίπλωσε τα μανικέτια του σακακιού του, υποκλίθηκε στις τρεις τους, με τη σειρά σε καθεμιά και κάθισε με το ραβδί στηριγμένο στον ώμο του. Μίλησε μόνο όταν η γκριζομάλλα έβρασε φρέσκο τσάι και έβαλε σε όλους από ένα φλιτζάνι.
«Η Μητέρα Γκουένα μου είπε το πρόβλημά σας», είπε χαμηλόφωνα, καθώς κατέβαζε στο τραπέζι το φλιτζάνι του. «Θα σας βοηθήσω, αν μπορώ, αλλά ίσως οι Υψηλοί Άρχοντες να έχουν σύντομα δικές τους δουλειές να μου αναθέσουν».
Η μεγαλόσωμη γυναίκα ξεφύσησε. «Τζούιλιν, πότε άρχισες να παζαρεύεις, σαν μαγαζάτορας που θέλει να χρεώσει το λινό για μεταξωτό; Μη λες ότι θα σε καλέσουν οι Υψηλοί Άρχοντες πριν το κάνουν».
«Δεν το λέω τυχαία», της είπε ο Σάνταρ χαμογελώντας, «αλλά ξέρω ότι τις νύχτες έχω δει άντρες στις στέγες. Μονάχα με την άκρη του ματιού —κρύβονται σαν τα ψάρια καρτουλίδες στις καλαμιές― αλλά τους είδα να κινούνται. Ακόμα κανένας δεν ανέφερε κλοπή, όμως υπάρχουν κλέφτες που δουλεύουν εντός των τειχών, πίστεψε με. Άκουσε που σου λέω. Πριν περάσει άλλη μια βδομάδα θα με καλέσουν στην Πέτρα, επειδή μια ομάδα κλεφτών θα κάνει διαρρήξεις σε σπίτια εμπόρων, ακόμα και σε μέγαρα αρχόντων. Μπορεί οι Υπερασπιστές να φυλάνε τους δρόμους, αλλά όταν θέλουν να βρουν τους κλέφτες ζητούν κλεφτοκυνηγούς και πρώτον απ’ όλους εμένα. Δεν πάω να ανεβάσω τις τιμές μου, αλλά ό,τι είναι να κάνω γι’ αυτές τις όμορφες γυναίκες, πρέπει να το κάνω σύντομα».
«Πιστεύω πως λέει την αλήθεια», είπε απρόθυμα η Αϊλχουίν. «Θα σου πει ότι το φεγγάρι είναι πράσινο και το νερό άσπρο, αν ήταν έτσι να κερδίσει ένα φιλί, όμως λέει λιγότερα ψέματα από άλλους άντρες. Μπορεί και να είναι ο τιμιότερος άντρας που γεννήθηκε ποτέ στο Μάουλε». Η Ηλαίην έκρυβε το στόμα με το χέρι της και η Εγκουέν πάλευε για να μη γελάσει. Η Νυνάβε καθόταν ασυγκίνητη, με προφανή ανυπομονησία.