Ο Σάνταρ έκανε μια γκριμάτσα προς την γκριζομάλλα και μετά αποφάσισε να αγνοήσει αυτό που είχε πει. Χαμογέλασε στη Νυνάβε. «Παραδέχομαι ότι νιώθω περιέργεια γι’ αυτές τις κλέφτρες. Έχω γνωρίσει κλέφτρες και σπείρες κλεφτών, αλλά πρώτη φορά ακούω για σπείρα με γυναίκες κλέφτες. Και χρωστώ χάρες στη Μητέρα Γκουένα». Το βλέμμα του έμοιαζε να εξετάζει ξανά τη Νυνάβε.
«Πόσο χρεώνεις;» τον ρώτησε αυτή κοφτά.
«Για να βρω κλεμμένα αγαθά», είπε αυτός με ζωηρό τόνο, «ζητώ το ένα δέκατο της αξίας αυτών που θα βρω. Για να βρω ανθρώπους, ζητώ ένα ασημένιο μάρκο το άτομο. Η Μητέρα Γκουένα λέει ότι τα κλοπιμαία έχουν μικρή αξία για όλους εκτός από σένα, κυρά, έτσι προτείνω να διαλέξεις αυτό». Χαμογέλασε ξανά· τα δόντια του ήταν κάτασπρα. «Δεν θα έπαιρνα καθόλου χρήματα από εσάς, αλλά η αδελφότητα θα αποδοκίμαζε κάτι τέτοιο, οπότε θα πάρω όσα λιγότερα μπορώ. Ένα-δυο χάλκινα, όχι παραπάνω».
«Ξέρω έναν κλεφτοκυνηγό», του είπε η Ηλαίην. «Από το Σίναρ. Έναν πολύ αξιοσέβαστο άνθρωπο. Έχει όχι μόνο σπαθοσπάστη, αλλά και σπαθί. Εσύ γιατί δεν έχεις;»
Ο Σάνταρ για μια στιγμή φάνηκε να ξαφνιάζεται και ύστερα να εκνευρίζεται με τον εαυτό του που είχε ξαφνιαστεί. Είτε δεν είχε καταλάβει τον υπαινιγμό της, είτε είχε αποφασίσει να τον αγνοήσει. «Δεν είσαι Δακρινή. Έχω ακούσει για το Σίναρ, κυρά, ιστορίες για Τρόλοκ, εκεί που όλοι, ως τον τελευταίο, είναι πολεμιστές». Το χαμόγελό του έλεγε ότι αυτά ήταν παραμύθια για παιδιά.
«Αληθινές ιστορίες», είπε η Εγκουέν. «Ως επί το πλείστον. Έχω πάει στο Σίναρ».
Εκείνος την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και συνέχισε. «Εγώ δεν είμαι άρχοντας, ούτε πλούσιος έμπορος, ούτε καν στρατιώτης. Οι Υπερασπιστές δεν πολυενοχλούν τους ξένους που φορούν σπαθί —εκτός, φυσικά, αν είναι να μείνουν καιρό εδώ― αλλά έμενα θα με έριχναν σε ένα κελί κάτω από την Πέτρα. Υπάρχουν νόμοι, κυρά». Έτριψε με το χέρι τη ράβδο του, ίσως ασυναίσθητα. Ξανακοίταξε χαμογελώντας τη Νυνάβε. «Τώρα, αν θα ήθελες να περιγράψεις αυτά που κλάπηκαν —»
Σταμάτησε όταν η Νυνάβε ακούμπησε το θύλακό της στην άκρη του τραπεζιού για να του μετρήσει δεκατρία ασημένια μάρκα. Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι είχε διαλέξει τα ελαφρύτερα νομίσματα·
τα περισσότερα ήταν Δακρινά και μόνο το ένα Αντορανό. Είχαν πάρει άφθονο χρυσάφι από την Άμερλιν, αλλά ακόμα κι αυτό θα τελείωνε.
«Εγώ θα το κάνω για λιγότερα», διαμαρτυρήθηκε αυτός. «Και δεν χρειάζεται επιπλέον ανταμοιβή. Χρεώνω όσα χρεώνω. Δεν χρειάζεται να φοβάστε μήπως με δωροδοκήσουν».
«Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος», συμφώνησε η Αϊλχουίν. «Είπα ότι είναι τίμιος. Απλώς μην τον πιστέψεις αν σου πει ότι σε αγαπάει». Ο Σάνταρ την αγριοκοίταξε.
«Θα πληρώσω το αντίτιμο, αφέντη Σάνταρ», είπε η Νυνάβε με σταθερή φωνή, «για να διαλέξω αυτό που αγοράζω. Θα βρεις αυτές τις γυναίκες και τίποτα παραπάνω;» Τον περίμενε μέχρι αυτός να κατανεύσει απρόθυμα και υστέρα συνέχισε. «Μπορεί να είναι μαζί, μπορεί και όχι. Η πρώτη είναι Ταραμπονέζα. Είναι λίγο ψηλότερη από μένα, με μαύρα μάτια και ανοιχτά μαλλιά, στο χρώμα του μελιού, που τα έχει χτενισμένα σε πολλές μικρές κοτσίδες, όπως είναι η μόδα στο Τάραμπον. Μπορεί μερικοί άντρες να τη θεωρούν όμορφη, μα αυτή δεν θα το θεωρούσε κομπλιμέντο. Έχει άγριο, βλοσυρό στόμα. Η δεύτερη είναι Καντορινή. Έχει μακριά, μαύρα μαλλιά, με μια άσπρη πινελιά πάνω από το αριστερό αυτί και...»
Δεν έδωσε ονόματα και ο Σάνταρ δεν τα ζήτησε. Τα ονόματα άλλαζαν εύκολα. Το χαμόγελό του είχε χαθεί, τώρα που ασχολούνταν με τα της δουλειάς. Του περιέγραψε δεκατρείς γυναίκες καθώς αυτός άκουγε με προσήλωση και όταν τελείωσε, η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως ο Σάνταρ θα μπορούσε να επαναλάβει τις περιγραφές λέξη προς λέξη.
«Μπορεί να σου το είπε αυτό η Μητέρα Γκουένα», κατέληξε η Νυνάβε, «αλλά θα το ξαναπώ. Αυτές οι γυναίκες είναι πιο επικίνδυνες απ’ όσο μπορείς να πιστέψεις. Πάνω από δώδεκα άτομα έχουν ήδη σκοτωθεί από τα χέρια τους, απ’ όσο ξέρω και δεν θα με ξάφνιαζε αν αυτό ήταν μόνο μια σταγόνα από το αίμα που βάφει τα χέρια τους». Ο Σάνταρ και η Αϊλχουίν ανοιγόκλεισαν τα μάτια όταν το άκουσαν. «Αν ανακαλύψουν ότι ψάχνεις να τις βρεις, θα πεθάνεις. Αν σε πιάσουν, θα σε κάνουν να πεις πού είμαστε και η Μητέρα Γκουένα μάλλον θα πεθάνει μαζί μας». Η γκριζομάλλα γυναίκα έδειξε με την έκφρασή της ότι δεν το πίστευε. «Πίστεψέ το!» Το βλέμμα της Νυνάβε απαιτούσε τη συμφωνία της. «Πίστεψέ το, αλλιώς θα πάρω πίσω το ασήμι και θα ψάξω γι’ άλλον, που να έχει περισσότερο μυαλό!»
«Όταν ήμουν νεαρός», είπε ο Σάνταρ με φωνή σοβαρή, «μια μικροκλέφτρα έχωσε το μαχαίρι της στο πλευρό μου, επειδή πίστεψα ότι ένα ωραίο κοριτσόπουλο δεν θα έσπευδε να με μαχαιρώσει, όπως θα έκανε ένας άντρας. Δεν κάνω πια τέτοια λάθη. Θα δράσω σαν να ήταν αυτές οι γυναίκες Άες Σεντάι και, μάλιστα, του Μαύρου Άτζα». Η Εγκουέν στραβοκατάπιε και παραλίγο να πνιγεί. Ο Σάνταρ την κοίταξε με ένα συμπονετικό χαμόγελο, καθώς έριχνε τα νομίσματα στο πουγκί του και το έχωνε στη φαρδιά ζώνη του. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω, κυρά. Δεν υπάρχουν Άες Σεντάι στο Δάκρυ. Ίσως κάνω μερικές μέρες, εκτός αν είναι μαζί. Δεκατρείς γυναίκες μαζί θα είναι εύκολο να βρεθούν χώρια, δυσκολεύει. Όπως κι αν έχει, όμως, θα τις βρω. Και δεν θα τις τρομάξω, ώστε να φύγουν, πριν μάθεις πού είναι».