Выбрать главу

Όταν φόρεσε το ψάθινο καπέλο και τα ξυλοπέδιλά του και βγήκε από την πίσω πόρτα, η Ηλαίην είπε: «Ελπίζω να μην έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση. Αϊλχουίν, άκουσα τι είπε, αλλά... Καταλαβαίνει ότι είναι επικίνδυνες, σωστά;»

«Ποτέ δεν ήταν ανόητος, παρά μόνο μπροστά σε δυο μάτια ή σε έναν ωραίο αστράγαλο», είπε η γκριζομάλλα, «κι αυτό είναι το τρωτό σημείο όλων των αντρών. Είναι ο καλύτερος κλεφτοκυνηγός στο Δάκρυ. Μη σκάτε. Θα βρει τις Σκοτεινόφιλές σας».

«Θα βρέξει ξανά, πριν ξημερώσει». Η Νυνάβε ανατρίχιασε, παρά τη θαλπωρή του δωματίου. «Νιώθω να μαζεύεται καταιγίδα». Η Αϊλχουίν απλώς κούνησε το κεφάλι της και άρχισε να γεμίζει γαβάθες με σούπα, για να δειπνήσουν.

Όταν έφαγαν και καθάρισαν, η Νυνάβε και η Αϊλχουίν κάθισαν σε ένα τραπέζι, μιλώντας για βότανα και θεραπείες. Η Ηλαίην κεντούσε κάτι γαλάζια και λευκά λουλουδάκια που είχε αρχίσει στον ώμο του μανδύα της και μετά διάβασε ένα αντίτυπο του Τα Δοκίμια τον Γουίλιμ από το Μανάτσις, που είχε η Αϊλχουίν στο ράφι με τα βιβλία της. Η Εγκουέν προσπάθησε να διαβάσει, αλλά ούτε τα δοκίμια, ούτε Τα Ταξίδια τον Τζάιμ του Γοργοπόδαρου, ούτε οι χιουμοριστικές ιστορίες του Αλέρια Έλφιν μπορούσαν να της κρατήσουν το ενδιαφέρον έπειτα από μερικές σελίδες. Άγγιξε πάνω από το ύφασμα το πέτρινο τερ’ανγκριάλ στον κόρφο της. Πού βρίσκονται; Τι να Θέλουν στην Καρδιά; Κανένας, εκτός από τον Δράκοντα —κανένας εκτός από τον Ραντ― δεν μπορεί να αγγίξει το Καλαντόρ, άρα τι θέλουν; Τι; Τι;

Καθώς η νύχτα σκοτείνιαζε, η Αϊλχουίν τις πήγε στα δωμάτιά τους στον πρώτο όροφο, αλλά όταν αυτή πήγε στο δικό της, οι τρεις τους μαζεύτηκαν στο δωμάτιο της Εγκουέν, κάτω από το φως μιας λάμπας. Η Εγκουέν είχε ήδη ξεντυθεί και είχε μείνει με την καμιζόλα· το κορδόνι κρεμόταν από το λαιμό της, με τα δύο δαχτυλίδια. Ένιωθε τη ριγωτή πέτρα πιο βαριά από το χρυσό δαχτυλίδι. Αυτό έκαναν κάθε νύχτα από τότε που είχαν φύγει από την Ταρ Βάλον, με μόνη εξαίρεση τη βραδιά εκείνη με τους Αελίτες.

«Ξυπνήστε με ύστερα από μια ώρα», είπε στις άλλες.

Η Ηλαίην έσμιξε τα φρύδια. «Τόσο λίγο αυτή τη φορά;»

«Νιώθεις ανησυχία;» είπε η Νυνάβε. «Ίσως το χρησιμοποιείς υπερβολικά συχνά».

«Αν δεν το έκανα, θα ήμασταν ακόμα στην Ταρ Βάλον, θα τρίβαμε κατσαρόλες και θα ελπίζαμε να βρούμε μια Μαύρη αδελφή, πριν μας βρει κάνας Φαιός Άνθρωπος», της αντιγύρισε η Εγκουέν. Φως μου, η Ηλαίην έχει δίκιο. Ξεσπάω σαν μουτρωμένο παιδάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μπορεί όντως να ανησυχώ. Ίσως επειδή είμαστε τόσο κοντά στην Καρδιά της Πέτρας τώρα. Τόσο κοντά στο Καλαντόρ. Τόσο κοντά στην παγίδα, όποια κι αν είναι».

«Πρόσεχε», είπε η Ηλαίην και η Νυνάβε, πιο ήσυχα, πρόσθεσε: «Πρόσεχε πολύ, Εγκουέν. Σε παρακαλώ». Τραβούσε την πλεξούδα της με μικρές, απότομες κινήσεις.

Καθώς η Εγκουέν ξάπλωνε στο κρεβάτι με τα κοντά κολωνάκια, με τις άλλες να κάθονται σε σκαμνιά δεξιά κι αριστερά της, μπουμπουνητά ταξίδευαν στον ουρανό. Ο ύπνος ήρθε αργά.

Βρισκόταν πάλι στους κυματιστούς λόφους, όπως πάντα στην αρχή — λουλούδια και πεταλούδες στην ανοιξιάτικη λιακάδα, απαλή αύρα και πουλιά που κελαηδούσαν. Φορούσε πράσινο, μεταξωτό φόρεμα αυτή τη φορά, με χρυσά πουλιά κεντημένα στο στήθος, καθώς και πράσινα, βελούδινα παπούτσια. Το τερ’ανγκριάλ έμοιαζε αρκετά ελαφρύ για να αιωρείται μακριά από το φόρεμά της, με εξαίρεση το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, που το κρατούσε κάτω.

Με την απλή μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, είχε μάθει μερικούς από τους κανόνες του Τελ’αράν’ριοντ —ακόμα και αυτός ο κόσμος, ο Κόσμος των Ονείρων, ο Αθέατος Κόσμος, είχε τους κανόνες του, έστω κι αν ήταν αλλόκοτοι· η Εγκουέν ήταν βέβαιη ότι δεν ήξερε ούτε το ένα δέκατο εξ αυτών― και έναν τρόπο για να πηγαίνει εκεί που ήθελε. Κλείνοντας τα μάτια, άδειασε το μυαλό της, όπως θα έκανε για να αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Δεν ήταν εύκολο, επειδή το μπουμπούκι συνεχώς προσπαθούσε να σχηματιστεί και η Εγκουέν συνεχώς αισθανόταν την Αληθινή Πηγή και ήθελε να την αγκαλιάσει τόσο που πονούσε, αλλά έπρεπε να γεμίσει το κενό με κάτι άλλο. Οραματίστηκε την Πέτρα του Δακρύου, όπως την είχε δει σε εκείνα τα όνειρα, τη σχημάτισε με κάθε λεπτομέρεια, τέλεια εντός του κενού. Τις πελώριες, στιλβωμένες κολώνες από κοκκινόπετρα. Τις φαγωμένες με τα χρόνια πέτρες του δαπέδου. Το θόλο, ψηλά πάνω από το κεφάλι της. Το κρυστάλλινο σπαθί, ανέγγιχτο, που περιστρεφόταν αργά στον αέρα, με τη λαβή προς τα κάτω. Όταν είχε γίνει τόσο αληθινό που της φαινόταν ότι μπορούσε να απλώσει το χέρι και να το αγγίξει, άνοιξε τα μάτια της και είχε βρεθεί εκεί, στην Καρδιά της Πέτρας. Ή στην Καρδιά της Πέτρας όπως υπήρχε στον Τελ’αράν’ριοντ.