Выбрать главу

Οι κίονες ήταν εκεί, όπως και το Καλαντόρ. Και γύρω από το αστραφτερό σπαθί, θαμπές και ασαφείς, σχεδόν σαν σκιές, δεκατρείς γυναίκες κάθονταν ανακούρκουδα, κοιτάζοντας το Καλαντόρ να περιστρέφεται. Η Λίαντριν, με τα μαλλιά στο χρώμα του μελιού, γύρισε το κεφάλι, κοιτάζοντας την Εγκουέν με εκείνα τα μεγάλα, μαύρα μάτια, ενώ το στόμα της, που ήταν σαν μπουμπούκι, τραβήχτηκε σε ένα χαμόγελο.

Με μια κοφτή κραυγή, η Εγκουέν ανακάθισε στο κρεβάτι τόσο γρήγορα, που παραλίγο να πέσει από το πλάι.

«Τι συνέβη;» ζήτησε να μάθει η Ηλαίην. «Τι έγινε; Φαίνεσαι τρομαγμένη».

«Μόλις τώρα έκλεισες τα μάτια», είπε μαλακά η Νυνάβε. «Είναι η πρώτη φορά μετά την αρχή, τότε, που γυρνάς χωρίς να σε ξυπνήσουμε. Κάτι έγινε, έτσι δεν είναι;» Τράβηξε απότομα την πλεξούδα της. «Είσαι καλά;»

Πώς γύρισα πίσω; αναρωτήθηκε η Εγκουέν. Φως μου, δεν ξέρω καν τι έκανα. Ήξερε μόνο ότι προσπαθούσε να αναβάλει αυτό που έπρεπε να πει. Έλυσε το κορδόνι από το λαιμό της, έπιασε τα δαχτυλίδια στο χέρι και στριφογύρισε το τερ’ανγκριάλ στην παλάμη της. «Μας περιμένουν», είπε τελικά. Δεν χρειαζόταν να πει ποιες. «Και νομίζω ότι ξέρουν πως είμαστε στο Δάκρυ».

Έξω, η θύελλα ξέσπασε πάνω από την πόλη.

Ενώ η βροχή έδερνε το κατάστρωμα πάνω από το κεφάλι του, ο Ματ κοίταζε τον άβακα των λίθων στο τραπέζι ανάμεσα σε αυτόν και τον Θομ, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο παιχνίδι, παρ’ όλο που το στοίχημα ήταν ένα Αντορανό μάρκο. Μια βροντή μπουμπούνισε και η λάμψη της αστραπής φώτισε τα μικρά φινιστρίνια. Τέσσερις λάμπες έχυναν το φως τους στην καμπίνα του Γοργού. Το παλιόπλοιο, μπορεί να σχίζει τα νερά σαν ψάρι, αλλά και πάλι αργεί, που να πάρει. Το πλοίο έκανε ένα μικρό τράνταγμα και ύστερα άλλο ένα· η κίνησή του φάνηκε να αλλάζει. Το καλό που τον θέλω, μη μας κολλήσει στη λάσπη! Αν δεν κάνει όσο πιο σύντομα μπορεί με αυτό τον κουβά, θα τον χώσω το χρυσάφι στο λαιμό! Ενώ χασμουριόταν —είχε να κοιμηθεί καλά από τότε που είχαν φύγει από το Κάεμλυν· ανησυχούσε τόσο που δεν μπορούσε να ξεκουραστεί στον ύπνο του― έβαλε ένα λευκό λίθο στη διασταύρωση δύο γραμμών σε τρεις κινήσεις θα αιχμαλώτιζε σχεδόν το ένα πέμπτο των μαύρων λίθων του Θομ.

«Θα γινόσουν καλός παίκτης, μικρέ», είπε ο βάρδος με την πίπα στο στόμα, τοποθετώντας τον επόμενο λίθο του, «αν το έπαιρνες ζεστά». Το ταμπάκ του μύριζε φύλλα και καρύδια.

Ο Ματ άπλωσε το χέρι για να πιάσει άλλο ένα λίθο από το σωρό που ήταν δίπλα στον αγκώνα του και μετά ανοιγόκλεισε τα μάτια και τον άφησε στη θέση του. Με τις ίδιες τρεις κινήσεις, οι λίθοι του Θομ θα περικύκλωναν πάνω από το ένα τρίτο των δικών του. Δεν το είχε δει από πριν και δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. «Χάνεις ποτέ παιχνίδι; Έχεις χάσει ποτέ παιχνίδι;»

Ο Θομ έβγαλε την πίπα από το στόμα και ίσιωσε τα μουστάκια του. «Έχω πολύ καιρό να χάσω. Η Μοργκέις με νικούσε στα μισά παιχνίδια. Λένε ότι οι καλοί στρατιωτικοί διοικητές και οι καλοί παίκτες του Μεγάλου Παιχνιδιού είναι, επίσης, καλοί στις λίθους. Αυτή είναι και δεν αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να διοικήσει στη μάχη».

«Δεν θα προτιμούσες να παίζαμε πιο πολύ ζάρια; Οι λίθοι είναι μεγάλο χασομέρι».

«Θα ήθελα να παίξω κάτι που να μη χάνω εννιά φορές στις δέκα», είπε ξερά ο ασπρομάλλης.

Ο Ματ πετάχτηκε όρθιος καθώς η πόρτα άνοιγε κι έμπαινε μέσα ο καπετάνιος Ντέρνε. Ο άντρας με το τετράγωνο πρόσωπο κατέβασε απότομα το μανδύα από τους ώμους του, τινάζοντας τα βροχόνερα και μουρμουρίζοντας βλαστήμιες. «Το Φως να κάψει τα κόκαλά μου, δεν ξέρω γιατί σας άφησα να ναυλώσετε τον Γοργό. Εσάς, που ζητάτε να κάνουμε πιο γρήγορα, είτε έχει πέσει η μαύρη νύχτα, είτε βρέχει με το τουλούμι. Ακόμα πιο γρήγορα. Πάντα πιο γρήγορα! Πάλι καλά που δεν πέσαμε εκατό φορές ως τώρα πάνω σε λασποΰφαλο!»

«Ήθελες το χρυσάφι», είπε τραχιά ο Ματ. «Είπες ότι αυτός ο σκυλοπνίχτης πάει γρήγορα, Ντέρνε. Πότε φτάνουμε στο Δάκρυ;»

Ο καπετάνιος χαμογέλασε σφιγμένα. «Αυτή τη στιγμή δένουμε στο μόλο. Καλύτερα να γίνω αγρότης, παρά να πάρω άλλη φορά φορτίο που μιλάει! Τώρα, πού είναι το υπόλοιπο χρυσάφι μου;»