Выбрать главу

Ο Ματ έτρεξε σε ένα από τα φινιστρίνια και κοίταξε έξω. Στη σκληρή λάμψη των αστραπών, είδε μια βρεγμένη, πέτρινη αποβάθρα, αν και δεν φαινόταν τίποτα άλλο. Έβγαλε το άλλο πουγκί με το χρυσάφι από την τσέπη του και το πέταξε στον Ντέρνε. Ποιος άκουσε ποτέ για άνθρωπο τον ποταμού που δεν παίζει ζάρια! «Καιρός ήταν», μούγκρισε. Το Φως να δώσει να μην ήρθα αργά.

Είχε χώσει όλα τα παραπανίσια ρούχα και τις κουβέρτες στο δερμάτινο σάκο του, τον κρέμασε στον έναν ώμο και μετά κρέμασε στον άλλο ώμο το δέμα των πυροτεχνημάτων, από το κορδόνι με το οποίο ήταν δεμένο. Ο μανδύας του τα σκέπαζε όλα, αλλά έχασκε λιγάκι μπροστά. Καλύτερα να βρεχόταν ο ίδιος, παρά τα πυροτεχνήματα. Αυτός θα στέγνωνε και θα ήταν μια χαρά· μια δοκιμή με έναν κουβά είχε δείξει ότι δεν συνέβαινε το ίδιο με τα πυροτεχνήματα. Τι να πω, μάλλον ο μπαμπάς τον Ραντ είχε δίκιο. Ο Ματ ανέκαθεν πίστευε ότι το Συμβούλιο του Χωριού δεν τα άναβε στη βροχή, επειδή το θέαμα τις ξάστερες νύχτες ήταν καλύτερο.

«Δεν τα πουλάς, επιτέλους, αυτά τα πράγματα;» είπε ο Θομ καθώς φορούσε το μανδύα με τα μπαλώματα. Κάλυπτε τις δερμάτινες θήκες της άρπας και του φλάουτου του, αλλά τον μπόγο με τα ρούχα και τις κουβέρτες του τον είχε ρίξει στη ράχη του, πάνω από το μανδύα.

«Πρώτα θα βρω πώς δουλεύουν, Θομ. Και, επίσης, σκέψου πόσο πλάκα θα έχει όταν, στο τέλος, τα ανάψω».

Ο βάρδος ανατρίχιασε. «Αρκεί να μην τα ανάψεις όλα μαζεμένα, μικρέ. Αρκεί να μην τα ρίξεις στο τζάκι την ώρα του δείπνου. Για όλα σε έχω ικανό, έτσι που κάνεις τώρα τελευταία με αυτά τα βεγγαλικά. Είσαι τυχερός που ο καπετάνιος από δω δεν μας πέταξε από το πλοίο πριν από δύο μέρες».

«Δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα», γέλασε ο Ματ, «πριν πάρει το πουγκί. Σωστά, Ντέρνε;»

Ο Ντέρνε πετούσε στον αέρα το πουγκί και το ξανάπιανε με το ίδιο χέρι. «Δεν το ρώτησα πριν, αλλά τώρα μου έδωσες το χρυσάφι και δεν το παίρνεις πίσω. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Όλη αυτή η φούρια;»

«Ένα στοίχημα, Ντέρνε». Ο Ματ χασμουρήθηκε και πήρε τη ράβδο του. «Ένα στοίχημα».

«Στοίχημα;» Ο Ντέρνε έμεινε να κοιτάει το βαρύ πουγκί. Το άλλο πουγκί, εξίσου βαρύ, ήταν κλειδωμένο στο σεντούκι με τα λεφτά του. «Τι στοίχημα βάλατε, ένα ολόκληρο βασίλειο, που να πάρει;»

«Κάτι παραπάνω», είπε ο Ματ.

Η βροχή έπεφτε τόσο πυκνή στο κατάστρωμα που δεν έβλεπε τη σανιδόσκαλα, παρά μόνο όταν έπεφταν αστραπές πάνω από την πόλη· ο βρυχηθμός της ραγδαίας βροχής σκέπαζε σχεδόν κάθε άλλο ήχο. Αλλά ο Ματ έβλεπε φως σε παράθυρα λίγο παραπέρα, στο δρόμο. Εκεί πάνω θα υπήρχαν πανδοχεία. Ο καπετάνιος δεν είχε ανέβει στο κατάστρωμα για να τους κατεβάσει στη στεριά, ούτε και είχε μείνει κανένας από τους ναύτες εκεί έξω, στη βροχή. Ο Ματ και ο Θομ κατέβηκαν μονάχοι στο μόλο.

Ο Ματ βλαστήμησε όταν οι μπότες του βούλιαξαν στη λάσπη του δρόμου, αλλά δεν γινόταν αλλιώς κι έτσι συνέχισε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, καθώς οι μπότες και η ράβδος του κολλούσαν με κάθε βήμα. Ο αέρας μύριζε ψαρίλα, βρωμούσε, παρά τη βροχή. «Θα βρούμε πανδοχείο», είπε, φωνάζοντας για να ακουστεί, «και ύστερα θα βγω να ψάξω».

«Με αυτό τον καιρό;» απάντησε εξίσου δυνατά ο Θομ. Η βροχή κυλούσε στο πρόσωπό του, αλλά περισσότερο πρόσεχε να κρατήσει στεγνά τα όργανά του, παρά το πρόσωπό του.

«Ο Κομάρ μπορεί να έφυγε από το Κάεμλυν πριν από μας. Αν είχε ένα καλό άλογο, αντί για τα ψοφίμια που βρήκαμε εμείς, θα είχε ξεκινήσει κατάντη από το Αρινγκίλ ίσως μια ολόκληρη μέρα πριν από εμάς και δεν ξέρω πόσο μειώσαμε το προβάδισμά του με αυτόν το χαζό, τον Ντέρνε».

«Γρήγορα ήρθαμε», παραδέχτηκε ο Θομ. «Ο Σβέλτος δικαιώνει το όνομά του».

«Έστω κι έτσι, Θομ, είτε βρέχει είτε δεν βρέχει, πρέπει να τον πετύχω πριν βρει την Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην».

«Μερικές ώρες ακόμα δεν έχουν σημασία, μικρέ. Υπάρχουν εκατοντάδες πανδοχεία σε μια πόλη μεγάλη, σαν το Δάκρυ. Μπορεί να υπάρχουν εκατοντάδες εκτός των τειχών του και μερικά θα είναι μικρά μέρη, με καμιά ντουζίνα δωμάτια μόνο, τόσο μικρά που μπορεί να περάσεις από μπροστά τους και να μην τα δεις». Ο βάρδος σήκωσε την κουκούλα του μανδύα του, μουρμουρίζοντας μόνος του. «Θα πάρει βδομάδες για να τα ψάξουμε όλα. Όμως, τον ίδιο χρόνο θα χρειαστεί και ο Κομάρ. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα στα στεγνά. Αν θέλεις, βάλε στοίχημα όσα νομίσματα σου απέμειναν ότι ο Κομάρ δεν θα είναι έξω να βρέχεται».

Ο Ματ κούνησε το κεφάλι. Ένα μικρό πανδοχείο, με καμιά ντουζίνα δωμάτια. Πριν φύγει από το Πεδίο του Έμοντ, το μεγαλύτερο κτίριο που είχε δει ποτέ ήταν το Πανδοχείο της Οινοπηγής. Αμφέβαλλε αν ο Μπραν αλ’Βερ είχε πάνω από δώδεκα δωμάτια για νοίκιασμα. Η Εγκουέν ζούσε με τους γονείς και τις αδελφές της στα μπροστινά δωμάτια του πρώτου πατώματος. Που να καώ, μερικές φορές νομίζω ότι όλοι εμείς κακώς φύγαμε από το Πεδίο τον Έμοντ. Αλλά ο Ραντ οπωσδήποτε έπρεπε να φύγει και η Εγκουέν μάλλον θα είχε πεθάνει, αν δεν είχε πάει στην Ταρ Βάλον. Τώρα, ίσως πεθάνει επειδή πήγε. Όσο για τον ίδιο, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να κατασταλάξει πάλι στο αγρόκτημα· οι αγελάδες και τα πρόβατα δεν έπαιζαν ζάρια. Αλλά ο Πέριν είχε ακόμα την ευκαιρία να γυρίσει στην πατρίδα. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται, γύρνα σπίτι, Πέριν. Γύρνα σπίτι όσο ακόμα μπορείς. Κούνησε με δύναμη το κεφάλι. Βλάκα! Γιατί να θέλει κάτι τέτοιο; Σκέφτηκε τον ύπνο, αλλά έδιωξε τη σκέψη. Όχι ακόμα.