Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό, τρία διχαλωτά ραβδιά μαζί, που έριξαν ένα σκληρό φως σε ένα στενό σπίτι, που είχε ματσάκια με βότανα κρεμασμένα στα παράθυρα και σε ένα κατάστημα, που ήταν μεν κλειστό, αλλά από την ταμπέλα με τις γαβάθες και τα πιάτα έμοιαζε με εργαστήριο αγγειοπλάστη. Χασμουρήθηκε, με τους ώμους καμπουριασμένους κάτω από τη δυνατή βροχή και προσπάθησε να ταχύνει το βήμα, ξεκολλώντας πιο γρήγορα τις μπότες του από τη λάσπη που τις αγκάλιαζε.
«Μου φαίνεται ότι, μάλλον, πρέπει να ξεχάσω αυτό το μέρος της πόλης, Θομ», φώναξε. «Υπάρχει πολλή λάσπη, καθώς και η βρώμα της ψαρίλας. Φαντάζεσαι τη Νυνάβε ή την Εγκουέν —ή την Ηλαίην!― να διαλέγουν αυτή την περιοχή για να μείνουν; Στις γυναίκες αρέσουν τα καθαρά και περιποιημένα πράγματα, Θομ, και θέλουν να μυρίζουν ωραία».
«Ίσως να είναι κι έτσι, μικρέ», μουρμούρισε ο Θομ και ύστερα έβηξε. «Θα ξαφνιαζόσουν αν μάθαινες τι μπορούν να υπομείνουν οι γυναίκες. Αλλά ίσως».
Ο Ματ τάχυνε το βήμα, κρατώντας το μανδύα του, για να μην ξεσκεπαστούν τα πυροτεχνήματα. «Έλα, Θομ. Θέλω απόψε να βρούμε τον Κομάρ ή τις κοπέλες ― ή το ένα ή τα άλλο».
Ο Θομ τον ακολούθησε κουτσαίνοντας και βήχοντας πού και πού.
Πέρασαν τις πλατιές πύλες της πόλης —που ήταν αφύλαχτες σε αυτή τη βροχή― και ο Ματ αισθάνθηκε ανακούφιση όταν ένιωσε πάλι καλντερίμι κάτω από τα πόδια του. Και λίγο παραπέρα, στον ίδιο δρόμο, ούτε πενήντα βήματα απόσταση, υπήρχε ένα πανδοχείο, με τα παράθυρα της κοινής αίθουσάς του να χύνουν φως στο δρόμο και τη μουσική να αντηχεί στη νύχτα. Ακόμα και ο Θομ έκανε γρήγορα αυτά τα τελευταία πενήντα βήματα στη βροχή, παρά το χωλό πόδι του.
Η Λευκή Ημισέληνος είχε έναν πανδοχέα τόσο κοιλαρά, που το μακρύ, γαλάζιο σακάκι του κολλούσε και τον έσφιγγε τόσο κάτω από τη μέση όσο και από πάνω, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε με τους υπόλοιπους άντρες, που κάθονταν σε καρέκλες με χαμηλές ράχες γύρω από τα τραπέζια. Του Ματ του φάνηκε ότι το φαρδύ παντελόνι του πανδοχέα, που ήταν δεμένο στους αστραγάλους, πάνω από τα χαμηλά παπούτσια, ήταν αρκετά μεγάλο για να χωρά δύο συνηθισμένους ανθρώπους, έναν σε κάθε μπατζάκι. Οι σερβιτόρες φορούσαν σκούρα φορέματα με ψηλό γιακά και κοντές άσπρες ποδιές. Ανάμεσα στα δύο πέτρινα τζάκια υπήρχε ένας άντρας που έπαιζε ντούλτσιμερ. Ο Θομ κοίταξε το μουσικό με κριτικό μάτι και κούνησε το κεφάλι.
Ο σχεδόν στρογγυλός πανδοχέας, ο Κάβαν Λόπαρ, όπως ήταν το όνομά του, χάρηκε και με το παραπάνω που θα τους έδινε δωμάτια. Έριξε ένα κατσουφιασμένο βλέμμα στις λασπωμένες μπότες τους, αλλά το ασήμι από το πουγκί του Ματ —το χρυσάφι σωνόταν― και ο χιλιομπαλωμένος μανδύας του Θομ γαλήνεψαν το παχουλό μέτωπό του. Όταν ο Θομ είπε ότι κάποια βράδια θα έδινε παράσταση για μια μικρή αμοιβή, τα προγούλια του Λόπαρ τρεμούλιασαν από χαρά. Δεν ήξερε τίποτα για ένα μεγαλόσωμο άντρα με άσπρη πινελιά στο γένι του, ούτε και για τρεις γυναίκες που να ταιριάζουν με την περιγραφή που έδωσε ο Ματ. Ο Ματ άφησε τα πάντα στο δωμάτιό του, εκτός από τον μανδύα και τη ράβδο του και μόλις που έριξε μια ματιά στο κρεβάτι —ο ύπνος ήταν άκρως δελεαστικός, αλλά δεν θα άφηνε τις σκέψεις του να στραφούν εκεί― και ύστερα καταβρόχθισε ένα πικάντικο βραστό με ψάρι και έτρεξε πάλι έξω, στη βροχή. Ξαφνιάστηκε βλέποντας τον Θομ να έρχεται μαζί του.
«Νόμιζα ότι ήθελες να μείνεις μέσα, στα στεγνά, Θομ».
Ο βάρδος χτύπησε απαλά τη θήκη του φλάουτου, που είχε ακόμα κάτω από το μανδύα του. Τα υπόλοιπα πράγματά του ήταν πάνω, στο δωμάτιό του. «Ο κόσμος ξανοίγεται στους βάρδους, μικρέ. Μπορεί να μάθω κάτι που εσύ δεν θα το μάθαινες. Ούτε κι εγώ θα ήθελα να πάθουν κακό οι κοπελίτσες».
Υπήρχε άλλο ένα πανδοχείο εκατό βήματα παραπέρα, στην άλλη πλευρά του γεμάτου βροχόνερα δρόμου και ακόμα ένα διακόσια βήματα πιο μετά και μετά υπήρχαν κι άλλα. Ο Ματ τα πήρε με τη σειρά που τα συναντούσαν και χώνονταν μέσα μόνο όση ώρα χρειάζονταν για να επιδείξει ο Θομ το μανδύα του, να πει μια ιστορία και μετά να αφήσει να τον κεράσουν ένα κύπελλο κρασί, ενώ, στο μεταξύ, ο Ματ ρωτούσε ολόγυρα για έναν ψηλό με μια λευκή πινελιά στο κοντοκουρεμένο, μαύρο γένι του και για τρεις γυναίκες. Κέρδισε μερικά νομίσματα στα ζάρια, αλλά δεν έμαθε τίποτα, ούτε και ο Θομ. Απλώς, χαιρόταν που ο βάρδος έμοιαζε να πίνει λίγες γουλιές μόνο σε κάθε πανδοχείο· ο Θομ σχεδόν απείχε από το ποτό στο καράβι, αλλά ο Ματ δεν ήταν σίγουρος ότι δεν θα ξανάρχιζε να πίνει, από τη στιγμή που θα έφταναν στο Δάκρυ. Όταν επισκέφτηκαν δυο ντουζίνες κοινές αίθουσες, ο Ματ ένιωθε τα βλέφαρά του βαριά, σαν κάποιο φορτίο να είχε κρεμαστεί από εκεί. Η βροχή είχε καταλαγιάσει λιγάκι, αλλά ακόμα έπεφτε σταθερά, με μεγάλες σταγόνες. Καθώς η βροχή ηρεμούσε, ο αέρας είχε δροσίσει. Ο ουρανός είχε τη σκουρόγκριζη όψη που προμήνυε την αυγή.