«Μικρέ», μουρμούρισε ο Θομ, «αν δεν γυρίσουμε στη Λευκή Ημισέληνο, θα πέσω να κοιμηθώ εδώ, στη βροχή». Σταμάτησε για να βήξει. «Καταλαβαίνεις ότι προσπέρασες τρία πανδοχεία; Φως μου, είμαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να σκεφτώ. Έχεις κάποιο σχέδιο πού να πάμε, που δεν μου το έχεις πει;»
Ο Ματ κοίταξε νυσταγμένος λίγο πιο πέρα στο δρόμο, όπου ένας ψηλός άντρας με μανδύα χανόταν γοργά σε μια γωνία. Φως μου, είμαι κουρασμένος. Ο Ραντ είναι πεντακόσιες λεύγες από δω και το παίζει Δράκοντας. «Τι; Τρία πανδοχεία;» Στέκονταν σχεδόν μπροστά από ένα άλλο, το Χρυσό Κύπελλο, σύμφωνα με την ταμπέλα που έτριζε στον άνεμο. Δεν έμοιαζε καθόλου με κύπελλο ζαριών, αλλά ο Ματ αποφάσισε να δοκιμάσει. «Ένα ακόμα, Θομ. Αν δεν τις βρούμε εδώ, θα γυρίσουμε πίσω και θα πέσουμε στο κρεβάτι». Το κρεβάτι φαινόταν πιο ελκυστικό από ένα παιχνίδι ζάρια όπου παίζονταν εκατό χρυσά μάρκα σε μια ζαριά, αλλά πίεσε τον εαυτό του να μπει μέσα.
Μόλις έκανε δύο βήματα στην κοινή αίθουσα, ο Ματ τον είδε. Ο μεγαλόσωμος άντρας φορούσε πράσινο σακάκι με γαλάζιες ρίγες στα φουσκωτά μανίκια του, αλλά ήταν ο Κομάρ, με το μαύρο γενάκι και τα λοιπά του. Καθόταν σε μια από εκείνες τις παράξενες καρέκλες με τη χαμηλή ράχη, σε ένα τραπέζι στην άλλη άκρη της αίθουσας, κουνώντας ένα δερμάτινο κύπελλο ζαριών και χαμογελώντας σε έναν άντρα που καθόταν απέναντί του. Ο άλλος φορούσε μακρύ σακάκι, φαρδύ παντελόνι και δεν χαμογελούσε. Κοίταζε τα νομίσματα στο τραπέζι, σαν να ευχόταν να τα είχε πίσω, στο πουγκί του. Άλλο ένα κύπελλο ζαριών στεκόταν στον αγκώνα του Κομάρ.
Ο Κομάρ αναποδογύρισε το κύπελλο στο χέρι του και άρχισε να γελά, μέχρι τα ζάρια σχεδόν να σταματήσουν να γυρίζουν. «Ποιος έχει σειρά;» φώναξε δυνατά, τραβώντας τα κερδισμένα στη δική του μεριά του τραπεζιού. Μπροστά του είχε ήδη μια αρκετά μεγάλη στοίβα με ασήμι. Άρπαξε τα ζάρια στο κύπελλο και το κούνησε. «Δεν μπορεί, όλο και κάποιος άλλος θα θέλει να δοκιμάσει την τύχη του». Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν υπήρχε κανείς, αλλά αυτός συνέχισε να κουνά τα ζάρια και να γελά.
Δεν δυσκολεύτηκαν να ξεχωρίσουν τον πανδοχέα, παρ’ όλο που εδώ, στο Δάκρυ, δεν φορούσαν τις συνηθισμένες ποδιές. Είχε σακάκι στην ίδια απόχρωση του μπλε, σαν όλους τους άλλους πανδοχείς με τους οποίους είχε μιλήσει ο Ματ. Ήταν κι αυτός παχύς, αλλά ο μισός από τον Λόπαρ, ίσως λίγο παραπάνω και είχε τα μισά προγούλια του. Καθόταν σε ένα τραπέζι μόνος του, γυάλιζε με μανία μια κασσιτέρινη κούπα και αγριοκοίταζε τον Κομάρ, που βρισκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας, αλλά όχι όταν τον κοιτούσε ο Κομάρ. Και κάποιοι από τους πελάτες έριχναν κατσουφιασμένες ματιές στο γενειοφόρο άντρα. Όχι, όμως, όταν τους κοίταζε.
Ο Ματ κατέπνιξε την πρώτη παρόρμησή του, που ήταν να χιμήξει στον Κομάρ, να τον βαρέσει στο κεφάλι με την πολεμική ράβδο του και να τον ρωτήσει πού βρίσκονταν η Εγκουέν και οι άλλες. Εδώ κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Κομάρ ήταν ο πρώτος που είχε δει ο Ματ να φοράει σπαθί, αλλά ο τρόπος που τον κοίταζαν οι άλλοι έδειχνε κάτι παραπάνω από φόβο για έναν ξιφομάχο. Ακόμα και η σερβιτόρα, που έφερε στον Κομάρ ένα γεμάτο κύπελλο κρασί —την οποία τσίμπησε, σαν ανταμοιβή για τον κόπο της― γέλασε νευρικά μαζί του.
Κοίτα το απ’ όλες τις μεριές, σκέφτηκε ο Ματ κουρασμένος. Τις μισές φορές που μπαίνω σε μπελάδες, είναι επειδή δεν το κάνω αυτό. Πρέπει να σκεφτώ. Η κούραση ήταν σαν να του είχε γεμίσει το μυαλό πίτουρα. Έκανε νόημα στον Θομ και πλησίασαν τον πανδοχέα, που τους κοίταξε καχύποπτα όταν κάθισαν στο τραπέζι. «Ποιος είναι εκείνος με την άσπρη πινελιά στο μούσι;» ρώτησε ο Ματ.
«Δεν είστε από την πόλη, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο πανδοχέας. «Κι αυτός ξένος είναι. Απόψε τον είδα για πρώτη φορά, αλλά ξέρω τι είναι. Ένας ξενομερίτης, που ήρθε εδώ κι έκανε μια περιουσία με το εμπόριο. Ένας έμπορος αρκετά πλούσιος για να φορά σπαθί. Δεν είναι λόγος αυτός για να μας φέρεται έτσι».