Выбрать главу

«Αφού δεν τον ξαναείδες άλλοτε», είπε ο Ματ, «τότε πώς ξέρεις ότι είναι έμπορος;»

Ο πανδοχέας τον κοίταξε σαν να τον περνούσε για βλάκα. «Από το σακάκι, άνθρωπε μου, και από το σπαθί. Δεν μπορεί να είναι άρχοντας ή στρατιώτης, αφού είναι από αλλού, άρα πρέπει να είναι ένας πλούσιος έμπορος». Κούνησε το κεφάλι με τη χαζομάρα των ξένων. «Έρχονται στα μέρη μας για μας κοιτάνε ψηλομύτικα και χαϊδεύουν τα κορίτσια μας μπροστά στα μάτια μας, αλλά αυτός δεν έχει δίκιο που κάνει τέτοιο πράγμα. Αν εγώ πάω στο Μάουλε, δεν θα παίξω για τα λεφτουδάκια του ψαρά. Αν πάω στο Τάβαρ, δεν θα παίξω ζάρια με τον αγρότη που ήρθε να πουλήσει τη σοδειά του». Τώρα γυάλιζε με λύσσα. «Έχει μεγάλη τύχη αυτός ο άνθρωπος. Έτσι θα έφτιαξε την περιουσία του».

«Κερδίζει, έτσι δεν είναι;» Ο Ματ, καθώς χασμουριόταν, αναρωτήθηκε πώς θα τα κατάφερνε στα ζάρια με έναν άλλο τυχερό.

«Είναι μερικές φορές που χάνει», μουρμούρισε ο πανδοχέας, «όταν παίζονται μερικές ασημένιες πένες. Μερικές φορές. Αλλά όταν είναι πάνω από ένα ασημένιο μάρκο... Δώδεκα φορές και παραπάνω απόψε, τον είδα να κερδίζει στις Κορώνες με τρεις κορώνες και δύο τριαντάφυλλα. Κι ακόμα πιο συχνά, στην Κορυφή, ήταν με τρία εξάρια και δύο πεντάρια. Ρίχνει μονάχα εξάρια στα Τριάρια και τρία εξάρια κι ένα πεντάρι κάθε φορά στην Πυξίδα. Αν έχει τόση τύχη, τι να πω, το Φως να τον οδηγεί και καλά να είναι ο άνθρωπος, αλλά ας βάλει την τύχη του ενάντια σε άλλους εμπόρους, όπως είναι το πρέπον. Πώς μπορεί να έχει κανείς τόση τύχη;»

«Φτιαγμένα ζάρια», είπε ο Θομ και ύστερα έβηξε. «Όταν θέλει να κερδίσει στα σίγουρα, χρησιμοποιεί ζάρια που δείχνουν πάντα την ίδια όψη. Έδειξε εξυπνάδα φτιάχνοντάς τα έτσι που να μη δείχνουν μόνο την καλύτερη ζαριά ― ο κόσμος το υποψιάζεται αν πετυχαίνεις πάντα το βασιλιά» —κοίταξε τον Ματ υψώνοντας το φρύδι― «αλλά απλώς μια που να είναι σχεδόν αδύνατο να φέρεις καλύτερη, μα δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι πάντα δείχνουν την ίδια όψη».

«Έχω ακούσει γι’ αυτό», είπε αργά ο πανδοχέας. «Άκουσα ότι τα χρησιμοποιούν οι Ιλιανοί». Μετά κούνησε το κεφάλι. «Αλλά και οι δύο παίζουν με τα ίδια ζάρια και το ίδιο κύπελλο. Δεν γίνεται».

«Φέρε μου δύο κύπελλα ζαριών», είπε ο Θομ, «και διπλά ζάρια. Με κορώνες ή με βούλες, δεν έχει σημασία, αρκεί να είναι το ίδιο».

Ο πανδοχέας τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια, αλλά έφυγε —φροντίζοντας συνετά να πάρει μαζί του την κασσιτέρινη κούπα — και ξανάρθε με δύο δερμάτινα κύπελλα. Ο Θομ έριξε τα πέντε κοκάλινα ζάρια ενός στο τραπέζι μπροστά στον Ματ. Είτε ήταν με βούλες, είτε με σύμβολα, όλα τα ζάρια που είχε δει ποτέ ο Ματ ήταν από κόκαλο ή από ξύλο. Αυτά εδώ ήταν με βούλες. Τα μάζεψε και κοίταξε συνοφρυωμένος τον Θομ. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να προσέξω;»

Ο Θομ έριξε στο χέρι του τα ζάρια από το άλλο κύπελλο και μετά, σχεδόν τόσο γρήγορα που το βλέμμα δεν τον πρόλαβε, τα ξανάριξε μέσα και γύρισε το κύπελλο, έτσι ώστε να σταθεί αναποδογυρισμένο στο τραπέζι πριν τα ζάρια προλάβουν να χυθούν έξω. Άφησε το χέρι του πάνω στο κύπελλο. «Βάλε ένα σημαδάκι σε κάθε ζάρι, μικρέ. Κάτι μικρό, για να ξέρεις ότι είναι το δικό σου σημάδι».

Ο Ματ αντάλλαξε απορημένες ματιές με τον πανδοχέα. Έπειτα και οι δύο κοίταξαν το κύπελλο που ήταν κάτω από το χέρι του Θομ. Ήξερε ότι ο Θομ ετοίμαζε κάποιο κόλπο —οι βάρδοι πάντα έκαναν πράγματα που φάνταζαν απίστευτα, όπως το να τρώνε φωτιές και να εμφανίζουν μετάξια από τον αέρα― αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο Θομ θα κατάφερνε να κάνει κάτι, έτσι που τον παρακολουθούσε από κοντά. Έβγαλε το μαχαίρι από τη ζώνη του και χάραξε ελαφρά κάθε ζάρι, δίπλα στον κύκλο με τις έξι βούλες.

«Εντάξει», είπε και τα ακούμπησε στο τραπέζι. «Για δείξε μου το κόλπο σου».

Ο Θομ άπλωσε το χέρι και έπιασε τα ζάρια. Έπειτα, τα ακούμπησε ξανά κάτω, μισό μέτρο παραπέρα. «Ψάξε να βρεις τα σημάδια σου, μικρέ».

Ο Ματ έσμιξε τα φρύδια. Το χέρι του Θομ ήταν ακόμα στο αναποδογυρισμένο δερμάτινο κύπελλο· ο βάρδος δεν το είχε κουνήσει από κει, ούτε είχε πλησιάσει σε αυτό τα ζάρια του Ματ. Μάζεψε τα ζάρια... και τα κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Πάνω τους δεν υπήρχε η παραμικρή χαρακιά. Ο πανδοχέας άφησε μια κοφτή κραυγή.

Ο Θομ γύρισε το ελεύθερο χέρι του, φανερώνοντας πέντε ζάρια. «Τα σημάδια σου είναι πάνω σε τούτα. Να τι κάνει ο Κομάρ. Είναι τέχνασμα για παιδιά, απλό, παρ’ όλο που δεν θα φανταζόμουν ότι είχε τόσο επιδέξια δάχτυλα».

«Νομίζω ότι δεν θέλω πια να παίξω ζάρια μαζί σου», είπε αργά ο Ματ. Ο πανδοχέας είχε στυλώσει το βλέμμα στα ζάρια, αλλά όχι σαν να έβλεπε κάποια λύση. «Κάλεσε τη Φρουρά, όπως και να τη λέτε εδώ», του είπε ο Ματ. «Βάλε να τον συλλάβουν». Δεν θα σκοτώσει κανέναν μέσα από το κελί της φυλακής. Μα αν είναι ήδη νεκρές; Προσπάθησε να μην ακούσει άλλο τη φωνή, αλλά αυτή επέμενε. Τότε θα τον σκοτώσω εγώ, καθώς και τον Γκάεμπριλ μετά και ύστερα ας γίνει ό,τι θέλει. Μα δεν είναι νεκρές, που να καώ! Δεν μπορεί!