Ο πανδοχέας κουνούσε το κεφάλι. «Εγώ; Εγώ να καταδώσω έναν έμπορο στους Υπερασπιστές; Ούτε που θα κοίταζαν τα ζάρια του. Με μια του λέξη, θα βρισκόμουν αλυσοδεμένος, να δουλεύω στις σκουπιδιάρες στα Δάχτυλα του Δράκοντα. Αν ήθελε, θα μπορούσε να με σπαθίσει εδώ που κάθομαι και οι Υπερασπιστές θα έλεγαν ότι μου άξιζε. Ίσως φύγει σε λίγο».
Ο Ματ έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. «Αν τον ξεμπροστιάσω, θα είναι όλα εντάξει; Θα καλέσεις τότε τη Φρουρά, τους Υπερασπιστές, κάποιον τέλος πάντων;»
«Δεν καταλαβαίνεις. Είσαι ξένος. Ακόμα κι αν είναι από αλλού, είναι πλούσιος άνθρωπος, σημαντικός».
«Περίμενε εδώ», είπε ο Ματ στον Θομ. «Ό,τι κι αν γίνει, δεν θα τον αφήσω να βρει την Εγκουέν και τις άλλες». Χασμουρήθηκε καθώς έσπρωχνε πίσω την καρέκλα του.
«Στάσου, μικρέ», φώναξε πίσω του ο Θομ, με μαλακή αλλά επιτακτική φωνή. Ο βάρδος σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Που να καείς, δεν ξέρεις πού πας να χώσεις τη μύτη σου!»
Ο Ματ του έκανε νόημα να μείνει εκεί και πλησίασε τον Κομάρ. Κανένας άλλος δεν είχε δεχτεί την πρόκληση του γενειοφόρου κι ο Κομάρ κοίταξε τον Ματ με ενδιαφέρον, καθώς αυτός ακουμπούσε τη ράβδο στο τραπέζι και καθόταν.
Ο Κομάρ κοίταξε εξεταστικά το σακάκι του Ματ και ένα απαίσιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Χάλκινα θα στοιχηματίσεις, αγρότη; Δεν σπαταλώ το χρόνο μου με —» Η φράση του κόπηκε καθώς ο Ματ ακουμπούσε στο τραπέζι μια Αντορανή χρυσή κορώνα και χασμουριόταν, χωρίς να προσπαθεί καν να καλύψει το στόμα του. «Δεν μιλάς πολύ, αγρότη, παρ’ όλο που οι τρόποι σου επιδέχονται βελτίωση, αλλά ο χρυσός έχει δική του φωνή και δεν έχει ανάγκη από τρόπους». Κούνησε το δερμάτινο κύπελλο στο χέρι του και έριξε τα ζάρια. Γέλασε πνιχτά πριν καν σταματήσουν, δείχνοντας τρεις κορώνες και δύο τριαντάφυλλα. «Δεν κερδίζεις τέτοια ζαριά, αγρότη. Ίσως στα κουρέλια σου έχεις κρυμμένο κι άλλο χρυσάφι, που θέλεις να το χάσεις. Τι έκανες; Έκλεψες τον αφέντη σου;»
Άπλωσε το χέρι στα ζάρια, αλλά ο Ματ τα άρπαξε πριν απ’ αυτόν. Ο Κομάρ τον αγριοκοίταξε, αλλά τον άφησε να πάρει το κύπελλο. Αν και οι δυο ζαριές ήταν το ίδιο, θα ξανάριχναν, μέχρι να κερδίσει ο ένας. Ο Ματ χαμογέλασε καθώς κουνούσε τα ζάρια. Δεν θα έδινε στον Κομάρ την ευκαιρία να τα αλλάξει. Αν έριχναν ίδια ζαριά τρεις ή τέσσερις φορές στη σειρά —ακριβώς την ίδια, κάθε φορά― ακόμα κι αυτοί οι Υπερασπιστές θα τον άκουγαν. Ολόκληρη η κοινή αίθουσα θα το έβλεπε· οι άλλοι θα ήταν αναγκασμένοι να επιβεβαιώσουν τα λόγια του.
Έριξε τα ζάρια στο τραπέζι. Αναπήδησαν αλλόκοτα. Ένιωσε... κάτι να αλλάζει. Ήταν σαν να είχε αποχαλινωθεί η τύχη του. Το δωμάτιο φάνηκε να σπαρταρά γύρω του, τραβώντας τα ζάρια με νήματα. Για κάποιον λόγο, θέλησε να κοιτάξει την πόρτα, αλλά δεν πήρε το βλέμμα από τα ζάρια. Σταμάτησαν. Πέντε κορώνες. Τα μάτια του Κομάρ είχαν γουρλώσει κι έμοιαζαν έτοιμα να ξεκολλήσουν από τις κόγχες τους.
«Χάνεις», είπε μαλακά ο Ματ. Αν η τύχη του ήταν τόσο καλή, ίσως να ήταν καιρός να τη σπρώξει λίγο ακόμα. Στο βάθος του μυαλού του, μια φωνή του έλεγε να σκεφτεί, αλλά αυτός ήταν τόσο κουρασμένος που δεν ήθελε να την ακούσει. «Νομίζω ότι η τύχη σου τελειώνει, Κομάρ. Αν έκανες κακό σε εκείνες τις κοπέλες, τότε στέρεψε για τα καλά».
«Μα δεν βρήκα καν πού...» άρχισε να λέει ο Κομάρ, κοιτάζοντας ακόμα τα ζάρια και ύστερα σήκωσε απότομα το κεφάλι. Το πρόσωπό του είχε ασπρίσει. «Πού ξέρεις το όνομά μου;»
Δεν τις είχε βρει ακόμα. Τύχη, γλυκιά μου τύχη, μείνε μαζί μου. «Γύρνα πίσω στο Κάεμλυν, Κομάρ. Πες στον Γκάεμπριλ ότι δεν μπόρεσες να τις βρεις. Πες του ότι πέθαναν. Πες του ό,τι θες, αλλά φύγε από το Δάκρυ απόψε. Αν σε ξαναδώ, θα σε σκοτώσω».
«Ποιος είσαι;» είπε ταραγμένος ο μεγαλόσωμος άντρας. «Ποιος —;» Την άλλη στιγμή, είχε ξεθηκαρώσει το σπαθί του και είχε σηκωθεί όρθιος.
Ο Ματ έσπρωξε το τραπέζι πάνω του και έπιασε τη ράβδο. Είχε ξεχάσει πόσο μεγαλόσωμος ήταν ο Κομάρ. Ο γενειοφόρος έσπρωξε το τραπέζι πάλι προς το μέρος του. Ο Ματ έπεσε μαζί με την καρέκλα του, καταφέρνοντας με δυσκολία να κρατήσει τη ράβδο, ενώ ο Κομάρ παραμέριζε το τραπέζι για να τον καρφώσει με το σπαθί. Ο Ματ τίναξε τα πόδια του στην κοιλιά του άλλου για να τον σταματήσει και έκανε μια αδέξια, κυκλική κίνηση με τη ράβδο, για να αποκρούσει το σπαθί. Αλλά το χτύπημα πέταξε τη ράβδο από τα δάχτυλά του και, αντίθετα, βρέθηκε να σφίγγει τον καρπό του Κομάρ, με τη λεπίδα του άλλου να απέχει μια παλάμη από το πρόσωπό του. Μούγκρισε και κύλησε προς τα πίσω, σπρώχνοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε με τα πόδια του. Τα μάτια του Κομάρ γούρλωσαν καθώς πετιόταν πάνω από τον Ματ και έπεφτε σε ένα τραπέζι ανάσκελα. Ο Ματ πάσχισε να πιάσει το σπαθί του, αλλά όταν το έπιασε, ο Κομάρ ακόμα δεν είχε κινηθεί.