Выбрать главу

Ο μεγαλόσωμος άντρας κείτονταν με τη λεκάνη και τα πόδια απλωμένα στο τραπέζι, ενώ το υπόλοιπο κορμί του κρεμόταν κάτω και το κεφάλι του άγγιζε το πάτωμα. Οι άντρες που κάθονταν στο τραπέζι είχαν σηκωθεί και είχαν πάρει απόσταση ασφαλείας, έσφιγγαν τα χέρια και κοιτάζονταν μεταξύ τους νευρικά. Ένα χαμηλό, ανήσυχο βουητό γέμιζε την κοινή αίθουσα, που δεν ήταν ο θόρυβος που περίμενε ο Ματ.

Το σπαθί του Κομάρ ήταν κοντά στο χέρι του. Αλλά δεν σάλευε. Κοίταζε τον Ματ, όμως, καθώς ο Ματ κλωτσούσε το σπαθί να πάει παραπέρα και έπεφτε στο ένα γόνατο πλάι του. Φως μου! Νομίζω ότι η πλάτη τον έσπασε! «Σου είπα να φύγεις, Κομάρ. Η τύχη σου τελείωσε».

«Ανόητε», είπε χαμηλόφωνα ο μεγαλόσωμος άντρας. «Νομίζεις άραγε... πως ήμουν... ο μόνος που τις κυνηγούσε; Δεν θα... ζήσουν ως το...» Τα μάτια του έμειναν να κοιτάζουν τον Ματ και το στόμα του ήταν ανοιχτό, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Ούτε και θα ξαναμιλούσε ποτέ.

Ο Ματ αντάμωσε τη θολή ματιά, προσπαθώντας να βγάλει κι άλλα λόγια από το νεκρό. Ποιος άλλος, που να καείς; Ποιος; Πού είναι; Η τύχη μου. Που να καώ, τι έπαθε η τύχη μου; Συνειδητοποίησε ότι ο πανδοχέας τον τραβούσε με μανία από το μπράτσο.

«Πρέπει να φύγεις. Πρέπει. Πριν έρθουν οι Υπερασπιστές. Θα τους δείξω τα ζάρια. Θα τους πω ότι ήταν ένας ξενομερίτης, αλλά ψηλός. Με κόκκινα μαλλιά και γκρίζα μάτια. Κανένας δεν θα πάθει τίποτα. Είναι κάποιος που ονειρεύτηκα χθες βράδυ. Δεν είναι πραγματικός. Κανείς εδώ δεν θα με βγάλει ψεύτη. Πήρε τα λεφτά όλων με τα ζάρια του. Αλλά εσύ πρέπει να φύγεις. Πρέπει!» Όλοι οι άλλοι στην κοινή αίθουσα κοίταζαν επιμελώς αλλού.

Ο Ματ άφησε τον πανδοχέα να τον τραβήξει από το νεκρό και να τον βγάλει έξω. Ο Θομ ήδη τον περίμενε στη βροχή. Άρπαξε τον Ματ από το μπράτσο και προχώρησε βιαστικά στο δρόμο, κουτσαίνοντας και σέρνοντας πίσω του τον Ματ. Η κουκούλα του Ματ ήταν κρεμασμένη στην πλάτη του· η βροχή μούσκευε τα μαλλιά του, κυλούσε στο πρόσωπό του και χυνόταν στο σβέρκο του, αλλά αυτός δεν την πρόσεχε. Ο βάρδος όλο κοίταζε πάνω από τον ώμο του, ψάχνοντας το δρόμο πέρα από τον Ματ.

«Κοιμάσαι, μικρέ; Δεν μου έμοιαζες να κοιμάσαι στο πανδοχείο. Έλα, μικρέ. Οι Υπερασπιστές θα συλλάβουν όλους τους ξένους στους γύρω δρόμους, ό,τι περιγραφή κι αν δώσει ο πανδοχέας».

«Είναι η τύχη», μουρμούρισε ο Ματ. «Το ξεδιάλυνα. Τα ζάρια. Η τύχη μου δουλεύει καλύτερα όταν τα πράγματα είναι... τυχαία. Όπως τα ζάρια. Δεν βοηθάει στην τράπουλα. Δεν βοηθάει στους λίθους. Εκεί υπάρχουν πολλά μοτίβα. Πρέπει να είναι τυχαίο. Ακόμα και που βρήκα τον Κομάρ. Έπαψα να μπαίνω σε όλα τα πανδοχεία. Μπήκα σε εκείνο κατά τύχη. Θομ, για να βρω έγκαιρα την Εγκουέν και τις άλλες, θα πρέπει να ψάξω δίχως κανένα συγκεκριμένο μοτίβο».

«Τι λες τώρα; Ο άνθρωπος είναι νεκρός. Αν τις έχει ήδη σκοτώσει... Ε, τις εκδικήθηκες. Αν όχι, τις έσωσες. Κάνε πιο γρήγορα, που να πάρει! Οι Υπερασπιστές δεν θα αργήσουν να φτάσουν και δεν είναι ευγενικοί, σαν τους Φρουρούς της Βασίλισσας».

Ο Ματ ελευθέρωσε το χέρι του με ένα τίναγμα και τάχυνε το ρυθμό του με ασταθή βήματα, σέρνοντας τη ράβδο. «Του ξέφυγε και είπε ότι ακόμα δεν τις είχε βρει. Αλλά είπε ότι δεν ήταν ο μόνος. Θομ, τον πιστεύω. Τον κοίταζα στα μάτια κι έλεγε την αλήθεια. Ακόμα πρέπει να τις βρω, Θομ. Και τώρα δεν ξέρω καν ποιος τις κυνηγά. Πρέπει να τις βρω».

Κρύβοντας ένα πελώριο χασμουρητό με τη γροθιά του, ο Θομ σήκωσε την κουκούλα του Θομ, επειδή ακόμα έβρεχε. «Όχι απόψε, μικρέ. Χρειάζομαι ύπνο, το ίδιο κι εσύ».

Είμαι βρεγμένος. Τα μαλλιά κολλάνε στο πρόσωπό μου. Ένιωθε μια θαμπάδα στο κεφάλι του. Ύστερα από μια στιγμή, συνειδητοποίησε ότι ήταν από την ανάγκη του για ύπνο. Και συνειδητοποίησε πόσο κουρασμένος ήταν, επειδή έπρεπε να το σκεφτεί για να το καταλάβει. «Εντάξει, Θομ. Αλλά θα ξαναψάξω μόλις φωτίσει». Ο Θομ κατένευσε, έβηξε και γύρισαν στη Λευκή Ημισέληνο περπατώντας στη βροχή.

Η αυγή δεν θα αργούσε να έρθει, αλλά ο Ματ σηκώθηκε από το κρεβάτι και μαζί με τον Θομ ξεκίνησαν για να ψάξουν όλα τα πανδοχεία εντός των τειχών του Δακρύου. Ο Ματ άφησε τον εαυτό του να περιπλανηθεί, πήγαινε όπου τον οδηγούσαν η διάθεση του και η επόμενη στροφή, χωρίς να ψάχνει καν για πανδοχεία, ρίχνοντας ένα κέρμα για να αποφασίσει πού θα έμπαινε. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έκανε το ίδιο πράγμα, τρεις μέρες και τρεις νύχτες έβρεχε αδιάκοπα, μερικές φορές με μπουμπουνητά, μερικές φορές ήσυχα, αλλά πάντα με τη βροχή να πέφτει ραγδαία.