Ο βήχας του Θομ χειροτέρεψε, έτσι αναγκάστηκε να παρατήσει το φλάουτο και να κόψει τις ιστορίες και σε τέτοιο καιρό δεν έβγαζε έξω την άρπα του· επέμενε, όμως, να συνοδεύει τον Ματ και ο κόσμος ακόμα ήθελε να μιλάει με ένα βάρδο. Η τύχη του Ματ στα ζάρια φαινόταν ακόμα καλύτερη από τότε που είχε αρχίσει αυτή την τυχαία περιπλάνηση, αν και ποτέ δεν έμενε σε ένα πανδοχείο ή σε μια ταβέρνα περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να κερδίσει μερικά νομίσματα. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος άκουσαν κάτι χρήσιμο. Φήμες για πόλεμο με τον Ίλιαν. Φήμες για εισβολή στο Μαγιέν. Φήμες ότι θα εισέβαλλαν οι Αντορανοί, ότι οι Θαλασσινοί θα απέκλειαν τις εμπορικές ρότες, ότι οι στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου επέστρεφαν από τους νεκρούς. Φήμες ότι ερχόταν ο Δράκοντας. Οι άντρες με τους οποίους στοιχημάτιζε ο Ματ μιλούσαν μελαγχολικά, όποια φήμη κι αν μετέφεραν του φαινόταν ότι έψαχναν να βρουν τις πιο δυσοίωνες φήμες που μπορούσαν και ότι τις μισοπίστευαν όλες. Αλλά δεν άκουσε ούτε έναν ψίθυρο που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην Εγκουέν και τις άλλες. Κανένας πανδοχέας δεν είχε δει γυναίκες που να ανταποκρίνονται στην περιγραφή του.
Άρχισε να βλέπει άσχημα όνειρα, δίχως αμφιβολία εξαιτίας της αγωνίας του. Έβλεπε την Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην με κάποιον τύπο με κοντά, άσπρα μαλλιά, που φορούσε σακάκι με φουσκωτά ριγέ μανίκια, σαν του Κομάρ, να γελάει και να υφαίνει ένα δίχτυ ολόγυρά τους. Μόνο που, μερικές φορές, ύφαινε ένα δίχτυ για τη Μουαραίν και άλλοτε κρατούσε ένα κρυστάλλινο σπαθί, ένα σπαθί που, όταν το άγγιζε, άστραφτε σαν τον ήλιο. Μερικές φορές, αυτός που κρατούσε το σπαθί ήταν ο Ραντ. Για κάποιον λόγο, ονειρευόταν συχνά τον Ραντ.
Ο Ματ ήταν σίγουρος ότι για όλα αυτά έφταιγε το ότι δεν κοιμόταν αρκετά και ότι δεν έτρωγε παρά μόνο όταν το θυμόταν, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Είχε να κερδίσει ένα στοίχημα, έλεγε στον εαυτό του, και ήθελε να το κερδίσει, ακόμα κι αν αυτό τον σκότωνε.
50
Το Σφυρί
Ο απογευματινός ήλιος έκαιγε καθώς το πορθμείο έπιανε στο Δάκρυ· λιμνούλες με νερά απλώνονταν στις αχνιστές πέτρες της αποβάθρας και του Πέριν του φάνηκε ότι ο αέρας ήταν υγρός όσο και στο Ίλιαν. Ο αέρας μύριζε πίσσα, ξύλο και σχοινί —πιο κάτω, κατά μήκος του ποταμού, διέκρινε ναυπηγεία― αλλά και μπαχαρικά, σίδηρο και κριθάρι, αρώματα και κρασιά, καθώς και εκατό διαφορετικές οσμές, τις οποίες δεν μπορούσε να ξεχωρίσει μέσα στο συνονθύλευμά τους, που οι περισσότερες έρχονταν από τις αποθήκες πίσω από τις προβλήτες. Όταν, για μια στιγμή, άλλαξε ο άνεμος και φύσηξε από το νότο, ο Πέριν μύρισε, επίσης, ψάρια, αλλά αυτή η μυρωδιά χάθηκε καθώς ο άνεμος άλλαζε ακόμα μια φορά. Καμιά μυρωδιά από κάτι που θα μπορούσε να κυνηγήσει. Άνοιξε το μυαλό του για να νιώσει τους λύκους, αλλά συνειδητοποίησε τι έκανε και ύψωσε πάλι τα τείχη του. Τον τελευταίο καιρό, αυτό το έκανε υπερβολικά συχνά. Φυσικά, δεν θα υπήρχαν λύκοι σε τέτοια πόλη. Ευχήθηκε να μην ένιωθε τόσο... μόνος.
Μόλις κατέβηκε η ράμπα στην άκρη του πορθμείου, οδήγησε τον Γοργοπόδη στο μόλο, πίσω από τη Μουαραίν και τον Λαν. Η πελώρια φιγούρα της Πέτρας του Δακρύου ήταν στα αριστερά τους, με τέτοιες σκιές που έμοιαζε με βουνό, παρά το τεράστιο λάβαρο στο ψηλότερο σημείο της. Δεν ήθελε να κοιτάξει την Πέτρα, αλλά του φαινόταν αδύνατο να αντικρίσει την πόλη χωρίς να τη δει. Άραγε θα έχει φτάσει εκείνος; Φως μου, αν έχει ήδη προσπαθήσει να μπει σε αυτό, μπορεί να είναι κιόλας νεκρός. Και τότε όλα αυτά θα τα είχαν κάνει για το τίποτα.
«Τι θέλουμε να βρούμε εδώ;» ρώτησε η Ζαρίν από πίσω του. Δεν είχε σταματήσει να κάνει ερωτήσεις· απλώς, δεν ρωτούσε την Άες Σεντάι και τον Πρόμαχο. «Το Ίλιαν μας έδειξε Φαιούς Ανθρώπους και το Τρελό Κυνήγι. Τι έχει το Δάκρυ που... που κάποιος θέλει τόσο να σε εμποδίσει να το βρεις;»
Ο Πέριν κοίταξε γύρω του· δεν φαινόταν να τους έχει ακούσει κάποιος από τους λιμενεργάτες, που πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας φορτία. Ήταν σίγουρος ότι θα είχε μυρίσει φόβο, αν τους είχε ακούσει κανείς. Δάγκωσε τη γλώσσα του, για να μην ξεστομίσει την αιχμηρή παρατήρηση που ήταν έτοιμος να πει. Η γλώσσα της Ζαρίν ήταν πιο γρήγορη και πιο κοφτερή.
«Μακάρι να μην ήσουν τόσο ενθουσιώδης, Φάιλε», μπουμπούνιοε ο Λόιαλ. «Δείχνεις να πιστεύεις ότι θα είναι παιχνιδάκι, όπως ήταν στο Ίλιαν».
«Παιχνιδάκι;» μουρμούρισε η Ζαρίν. «Παιχνιδάκι! Λόιαλ, παραλίγο να σκοτωνόμασταν δυο φορές μέσα σε ένα βράδυ. Το Ίλιαν από μόνο του φτάνει για ένα τραγούδι Κυνηγού. Γιατί λες ότι ήταν παιχνιδάκι;»
Ο Πέριν έκανε μια γκριμάτσα. Μέσα του ευχήθηκε να μην αποκαλούσε ο Λόιαλ τη Ζαρίν με το όνομα που είχε επιλέξει η ίδια· ήταν μια διαρκής υπενθύμιση ότι η Μουαραίν τη θεωρούσε το γεράκι στην εικόνα της Μιν. Και δεν εμπόδιζε τον Πέριν να αναρωτιέται μήπως αυτή ήταν η όμορφη γυναίκα για την οποία τον είχε προειδοποιήσει η Μιν. Τουλάχιστον, ακόμα δεν βρήκα αστούριο. Ούτε και Τουάθα’αν με σπαθί! Που να γίνω έμπορος μαλλιού, αυτό θα ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα.