«Σταμάτα να κάνεις ερωτήσεις, Ζαρίν», είπε καθώς ανέβαινε στη σέλα του Γοργοπόδη. «Θα μάθεις το λόγο που είμαστε εδώ, όταν η Μουαραίν αποφασίσει να σου τον πει». Προσπάθησε να μην κοιτάξει την Πέτρα.
Εκείνη τον κοίταξε με εκείνα τα μαύρα, γερτά μάτια. «Νομίζω πως ούτε κι εσύ ξέρεις, σιδερά. Νομίζω ότι γι’ αυτό δεν μου λες, επειδή δεν μπορείς. Παραδέξου το, αγροτόπαιδο».
Με ένα μικρό στεναγμό, ξεκίνησε από τις προβλήτες ακολουθώντας τη Μουαραίν και τον Λαν. Η Ζαρίν δεν έκανε τόσο σκληρά πειράγματα στον Λόιαλ όταν ο Ογκιρανός αρνιόταν να απαντήσει στις ερωτήσεις της. Ο Πέριν πίστευε ότι η Ζαρίν προσπαθούσε να τον αναγκάσει να χρησιμοποιήσει εκείνο το όνομα. Αυτό δεν θα γινόταν.
Η Μουαραίν είχε δέσει το λαδωμένο μανδύα πίσω από τη σέλα της, πάνω στο φαινομενικά ασήμαντο δέμα που έκρυβε το λάβαρο του Δράκοντα και παρά τη ζέστη, είχε φορέσει το γαλάζιο, λινό μανδύα από το Ίλιαν. Η βαθιά, πλατιά κουκούλα του έκρυβε το πρόσωπό της. Το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό κρεμόταν από ένα κορδόνι γύρω από το λαιμό της. Το Δάκρυ, είχε πει η Μουαραίν, δεν απαγόρευε την παρουσία των Άες Σεντάι, μόνο τη διαβίβαση, αλλά οι Υπερασπιστές της Πέτρας έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες που φορούσαν το δαχτυλίδι. Σε αυτή την επίσκεψή της στο Δάκρυ, δεν ήθελε να την παρακολουθούν.
Ο Λαν είχε χώσει στο σακίδιο της σέλας του το μανδύα που άλλαζε χρώματα, πριν από δυο μέρες, όταν είχε γίνει φανερό ότι, όποιος κι αν είχε στείλει τα Σκοτεινόσκυλα, δεν είχε συνεχίσει την καταδίωξη ― ο Πέριν είχε σκεφτεί, με ένα ρίγος, ότι ήταν ο Σαμαήλ και προσπάθησε να μη σκέφτεται άλλο το όνομα. Ο Πρόμαχος δεν είχε κάνει καμία παραχώρηση στη ζέστη του Ίλιαν και δεν έκανε καμία στην πιο ήπια ζέστη του Δακρύου. Ο γκριζοπράσινος μανδύας του ήταν κουμπωμένος μέχρι πάνω.
Ο Πέριν φορούσε το μανδύα του μισάνοιχτο και είχε το γιακά του πουκαμίσου του λυμένο. Το Δάκρυ μπορεί να ήταν πιο δροσερό από το Ίλιαν, αλλά δεν έπαυε να είναι καυτό, σαν καλοκαίρι στους Δύο Ποταμούς· όπως γινόταν πάντα μετά τη βροχή, η υγρασία στον αέρα έκανε τη ζέστη να φαίνεται χειρότερη. Η ζώνη του τσεκουριού του κρεμόταν από το ψηλό μπροστάρι της σέλας του. Το είχε πρόχειρο, σε περίπτωση που το χρειαζόταν και ένιωθε καλύτερα μη φορώντας το.
Ο Πέριν ξαφνιάστηκε βλέποντας τη λάσπη που είχαν οι πρώτοι δρόμοι που πήραν. Μόνο χωριά και κωμοπόλεις είχαν χωματόδρομους, απ’ ό,τι είχε δει, και το Δάκρυ ήταν μια από τις σπουδαίες πόλεις. Αλλά εδώ ο κόσμος δεν φαινόταν να ενοχλείται και πολλοί βάδιζαν ξυπόλητοι. Μια γυναίκα, που περπατούσε φορώντας μικρές, ξύλινες πλατφόρμες, τράβηξε την προσοχή του για λίγη ώρα και ο Πέριν αναρωτήθηκε γιατί δεν φορούσαν όλοι αυτά τα υποδήματα. Τα φαρδιά παντελόνια των αντρών έμοιαζαν πιο δροσερά από το στενό που φορούσε ο ίδιος, αλλά ήξερε ότι θα ένιωθε ανόητος αν τα δοκίμαζε. Είδε την εικόνα με το νου του, τον εαυτό του να φορά αυτά τα παντελόνια, μαζί με το στρογγυλό, ψάθινο καπελάκι του και χασκογέλασε.
«Τι σου φάνηκε αστείο, Πέριν;» ρώτησε ο Λόιαλ. Τα αυτιά του είχαν κρεμάσει τόσο, που οι τρούφες στις άκρες τους είχαν κρυφτεί στα μαλλιά του και κοίταζε ανήσυχα τους περαστικούς στο δρόμο. «Αυτοί οι άνθρωποι δείχνουν... ηττημένοι, Πέριν. Δεν φαίνονταν έτσι την τελευταία φορά που βρέθηκα εδώ. Ακόμα και οι άνθρωποι που επέτρεψαν να κοπεί το άλσος τους, δεν τους αξίζει να δείχνουν έτσι».
Όταν ο Πέριν άρχισε να εξετάζει τα πρόσωπα, αντί να βλέπει τα πάντα μονομιάς, είδε ότι ο Λόιαλ είχε δίκιο. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα είχαν χάσει κάτι. Ίσως την ελπίδα. Την περιέργεια. Μόλις που κοίταζαν την έφιππη παρέα που περνούσε από δίπλα τους, παρά μόνο για να κάνουν στην άκρη ώστε να περάσουν τα άλογα. Ήταν λες και ο Ογκιρανός, που ίππευε ένα ζώο μεγάλο, σαν άλογο για φορτία, δεν ήταν διαφορετικός από τον Λαν και τον Πέριν.
Οι δρόμοι άλλαξαν κι έγιναν πλατύ πλακόστρωτο όταν η ομάδα πέρασε το ψηλό, γκρίζο τείχος της πόλης, μπροστά από το σκληρό, μαύρο βλέμμα των φρουρών. Οι στρατιώτες φορούσαν κόκκινα σακάκια με πλατιά μανίκια, που κατέληγαν σε στενά, άσπρα μανικέτια, ελασμάτινους θώρακες από πάνω και στρογγυλά κράνη με γείσο ολόγυρα, που είχαν μια επιμήκη προεξοχή στην κορυφή. Αντί για τα φαρδιά παντελόνια που φορούσαν οι άλλοι, τα δικά τους ήταν στενά και χώνονταν σε μπότες που έφταναν ως το γόνατο. Οι στρατιώτες κοίταξαν συνοφρυωμένοι το σπαθί του Λαν και άγγιξαν τα δικά τους, κοίταξαν αυστηρά το τσεκούρι και το τόξο του Πέριν, αλλά με κάποιον τρόπο, παρά τα σμιγμένα φρύδια και τις αυστηρές ματιές, τα πρόσωπά τους είχαν μια ηττημένη έκφραση, σαν να μην υπήρχε τίποτα πια που να αξίζει πραγματικά τον κόπο.