Τα κτίρια ήταν μεγαλύτερα και ψηλότερα μέσα από τα τείχη, παρ’ όλο που τα περισσότερα δεν ήταν κατασκευασμένα διαφορετικά από εκείνα που ήταν έξω. Οι στέγες φαίνονταν κάπως παράξενες στον Πέριν, ειδικά εκείνες που κατέληγαν σε μια μυτερή κορυφή, αλλά είχε δει τόσα διαφορετικά είδη στεγών από τότε που είχε αφήσει την πατρίδα του, που απλώς αναρωτήθηκε τι είδους καρφιά άραγε να χρησιμοποιούσαν για τα κεραμίδια τους. Σε κάποια μέρη, οι άνθρωποι δεν έβαζαν καν καρφιά στα κεραμίδια.
Παλάτια και μεγάλα μέγαρα στέκονταν ανάμεσα σε μικρότερα, πιο συνηθισμένα κτίρια, που έμοιαζαν ριγμένα τυχαία εδώ κι εκεί· ένα κτίσμα με πύργους και τετραγωνισμένους, λευκούς θόλους, που το έζωναν πλατιοί δρόμοι απ’ όλες τις μερικές, αντίκριζε καταστήματα, πανδοχεία και σπίτια στις απέναντι πλευρές των ίδιων εκείνων δρόμων. Ένα πελώριο κτίριο με τετράγωνες, μαρμάρινες κολώνες, πλάτους τεσσάρων βημάτων, στην πρόσοψη, που έπρεπε να ανέβεις πενήντα σκαλιά για να φτάσεις σε μπρούτζινες πόρτες ύψους πέντε απλωσιών, είχε αρτοποιείο στη μια πλευρά του και ραφτάδικο στην άλλη.
Εδώ ήταν περισσότεροι εκείνοι που φορούσαν ίδια σακάκια και παντελόνια με τους στρατιώτες, αν και σε πιο λαμπερά χρώματα, δίχως αρματωσιά και, μάλιστα, υπήρχαν κάποιοι που έφεραν σπαθί. Κανείς δεν ήταν ξυπόλητος, ούτε ακόμα κι όσοι φορούσαν φαρδιά παντελόνια. Τα φορέματα των γυναικών ήταν συνήθως μακρύτερα, τα ντεκολτέ ήταν βαθύτερα και αποκάλυπταν τους ώμους, ακόμα και τον κόρφο τους και τα μεταξωτά φορέματα ήταν εξίσου πολλά με τα μάλλινα. Οι Θαλασσινοί διακινούσαν αρκετό μετάξι μέσω του Δακρύου. Πλάι στις βοϊδάμαξες και τα κάρα υπήρχαν χειράμαξες και άμαξες. Αλλά ήταν πολλά τα πρόσωπα με την ίδια όψη, που έδειχνε ότι να είχαν εγκαταλείψει κάτι.
Το πανδοχείο που διάλεξε ο Λαν, το Άστρο, είχε υφαντουργείο στη μια πλευρά και σιδηρουργείο στην άλλη, με στενά δρομάκια ανάμεσά τους. Το σιδηρουργείο ήταν από γκρίζα πέτρα, το υφαντουργείο και το πανδοχείο από ξύλο, αν και το Άστρο έφτανε τους τρεις ορόφους και είχε παραθυράκια ακόμα και στη στέγη. Το κροτάλισμα των αργαλειών δυσκολευόταν να ανταγωνιστεί το σφυροκόπημα από το σιδηρουργείο. Έδωσαν τα άλογά τους στους σταβλίτες, που τα πήραν στην πίσω μεριά και μπήκαν στο πανδοχείο. Από την κουζίνα μύριζε ψάρι ψητό, ίσως και σούπα, καθώς και αρνάκι που ψηνόταν. Οι άντρες στην κοινή αίθουσα φορούσαν όλοι στενά σακάκια και φαρδιά παντελόνια· ο Πέριν σκέφτηκε ότι οι πλούσιοι —για κάποιο λόγο, ήταν βέβαιος ότι οι άντρες που φορούσαν τα φανταχτερά σακάκια με τα φουσκωτά μανίκια και οι γυναίκες με τους γυμνούς ώμους, οι οποίες φορούσαν μεταξωτά φορέματα, ήταν όλοι πλούσιοι, ή ευγενείς― δεν θα ανέχονταν το θόρυβο. Ίσως γι’ αυτό το λόγο το είχε διαλέξει ο Λαν.
«Πώς θα κοιμηθούμε με αυτό το σαματά;» μουρμούρισε η Ζαρίν.
«Χωρίς ερωτήσεις;» της είπε με ένα χαμόγελο. Του φάνηκε, γιο μια στιγμή, ότι θα του έβγαζε τη γλώσσα.
Ο πανδοχέας ήταν ένας στρογγυλοπρόσωπος, φαλακρός άντρας, με μακρύ, σκουρογάλανο σακάκι και φαρδύ παντελόνι, που υποκλίθηκε ενώνοντας τα χέρια πάνω στη μεγάλη κοιλιά του. Το πρόσωπό του είχε εκείνη την έκφραση της κουρασμένης παραίτησης. «Το Φως να σας οδηγεί, κυράδες, και καλώς ήρθατε», αναστέναξε. «Το Φως να σας οδηγεί, αφέντες, και καλώς ήρθατε». Τινάχτηκε λίγο όταν είδε τα κίτρινα μάτια του Πέριν και μετά συνέχισε κουρασμένα με τον Λόιαλ. «Το Φως να σε οδηγεί, φίλε Ογκιρανέ, και καλώς ήρθες. Πέρασε παραπάνω από χρόνος που έχω να δω κάποιους του λαού σου στο Δάκρυ. Έπρεπε να κάνουν κάποια δουλειά στην Πέτρα. Φυσικά, έμειναν στην Πέτρα, αλλά μια μέρα τους είδα στο δρόμο». Τελείωσε με άλλο ένα στεναγμό και δεν φαινόταν να νιώθει περιέργεια για το λόγο που είχε έρθει στο Δάκρυ άλλος ένας Ογκιρανός, ούτε και για το λόγο που είχαν έρθει οι υπόλοιποι.
Ο φαλακρός πανδοχέας, που το όνομά του ήταν Τζούραχ Χάρετ, τους οδήγησε ο ίδιος στα δωμάτιά τους. Απ’ ό,τι φαινόταν, το μεταξωτό φόρεμα της Μουαραίν και ο τρόπος που κρατούσε το πρόσωπό της κρυμμένο, σε συνδυασμό με το σκληρό πρόσωπο και το σπαθί του Λαν, σήμαιναν για τον Χάρετ ότι ήταν μια αρχόντισσα και ο φρουρός της και άρα άξιζαν την προσωπική φροντίδα του. Προφανώς, θεώρησε τον Πέριν βοηθό και ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήξερε που να κατατάξει τη Ζαρίν —προς μεγάλη αηδία της― και ο Λόιαλ, βεβαίως, ήταν ένας Ογκιρανός. Κάλεσε υπηρέτες άντρες να ενώσουν κρεβάτια για τον Λόιαλ και πρόσφερε στη Μουαραίν τη χρήση ιδιωτικού δωματίου για τα γεύματά της. Εκείνη δέχτηκε με αξιοπρέπεια.