Σε όλα αυτά, η παρέα έμεινε ενωμένη, προχωρώντας σαν μικρή πομπή στους πάνω διαδρόμους, ώσπου ο Χάρετ υποκλίθηκε και αποσύρθηκε αναστενάζοντας, αφήνοντάς τους εκεί απ’ όπου είχαν αρχίσει, έξω από το δωμάτιο της Μουαραίν. Οι τοίχοι ήταν ασβεστωμένοι και το κεφάλι του Λόιαλ άγγιζε το ταβάνι.
«Αηδιαστικός άνθρωπος», μουρμούρισε η Ζαρίν, ξεσκονίζοντας με δύναμη τις στενές φούστες της και με τα δύο χέρια. «Μου φαίνεται ότι με πήρε για υπηρέτριά σου, Λες Σεντάι. Δεν θα το ανεχτώ αυτό!»
«Πρόσεχε τα λόγια σου», είπε μαλακά ο Λαν. «Αν πεις αυτό το όνομα μπροστά σε κόσμο, θα το μετανιώσεις, μικρή». Η έκφρασή της έδειξε ότι ήταν έτοιμη να τσακωθεί, αλλά το παγωμένο, γαλανό βλέμμα του της έκλεισε το στόμα αυτή τη φορά, αν και δεν γαλήνεψε τη ματιά της.
Η Μουαραίν τους αγνόησε. Ατενίζοντας το τίποτα, έπαιζε με το μανδύα, μια κίνηση σχεδόν σαν να σκούπιζε τα χέρια της. Κατά τη γνώμη του Πέριν, δεν είχε συναίσθηση αυτού που έκανε.
«Τι κάνουμε για να βρούμε τον Ραντ;» ρώτησε, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να τον ακούει. «Μουαραίν;»
«Μην απομακρυνθείτε από το πανδοχείο», είπε αυτή έπειτα από λίγο. «Το Δάκρυ μπορεί να είναι μια επικίνδυνη πόλη για εκείνους που δεν ξέρουν τους τρόπους του. Εδώ, το Σχήμα μπορεί να σχιστεί». Την τελευταία φράση την είπε απαλά, σχεδόν μονολογώντας. «Λαν, ας δούμε τι μπορούμε να ανακαλύψουμε χωρίς να τραβήξουμε την προσοχή. Οι υπόλοιποι, μείνετε κοντά στο πανδοχείο!»
«“Μείνετε κοντά στο πανδοχείο”», τη μιμήθηκε η Ζαρίν, καθώς η Άες Σεντάι και ο Πρόμαχος κατέβαιναν τη σκάλα. Αλλά το είπε χαμηλόφωνα, για να μην την ακούσουν. «Αυτός ο Ραντ. Είναι εκείνος που τον αποκάλεσες...» Αν έμοιαζε με γεράκι εκείνη τη στιγμή, σίγουρα ήταν ένα πολύ αναστατωμένο γεράκι. «Και είμαστε στο Δάκρυ, όπου η Καρδιά της Πέτρας φυλάει... Και οι Προφητείες λένε... Που να με κάψει το Φως, τα’βίρεν, ανήκει αυτό στα παραμύθια όπου θα ήθελα να βρεθώ;»
«Δεν είναι παραμύθι, Ζαρίν». Για μια στιγμή, ο Πέριν ένιωσε την ίδια ανημποριά που έδειχνε ο πανδοχέας. «Ο Τροχός μας υφαίνει στο Σχήμα. Διάλεξες να μπλέξεις το νήμα σου με τα δικά μας· τώρα είναι πολύ αργά για να το ξεμπερδέψεις».
«Φως μου!» μούγκρισε η Ζαρίν. «Τώρα μιλάς σαν εκείνη!»
Ο Πέριν την άφησε εκεί, μαζί με τον Λόιαλ και πήγε να αφήσει τα πράγματά του στο δωμάτιό του, το οποίο είχε ένα χαμηλό κρεβάτι, άνετο αλλά μικρό, από εκείνα που οι πρωτευουσιάνοι έδειχναν να θεωρούν αρμόζοντα για τους υπηρέτες, λεκάνη για πλύσιμο πάνω σε ένα τραπεζάκι, σκαμνί και μερικά κρεμαστάρια στον τοίχο, όπου ο σοβάς είχε ραγισματιές. Όταν ξαναβγήκε, οι άλλοι δύο είχαν εξαφανιστεί. Το κουδούνισμα του σφυριού στο αμόνι ακούστηκε σαν κάλεσμα.
Τόσο πολλά στο Δάκρυ φαίνονταν παράξενα, που ένιωσε ανακούφιση όταν μπήκε στο σιδηρουργείο. Το ισόγειο ήταν όλο μια μεγάλη αίθουσα, απ’ όπου έλειπε ο πίσω τοίχος και στη θέση του υπήρχαν δύο μακριές πόρτες, οι οποίες άνοιγαν σε μια αυλή· εκεί έφερναν άλογα και βόδια για πετάλωμα και υπήρχε και μια θηλιά, για να συγκρατεί τα βόδια. Τα σφυριά στέκονταν στις θήκες τους, οι λαβίδες, διαφόρων ειδών και μεγεθών, κρέμονταν σε εκτεθειμένα πατόξυλα στους τοίχους, στηρίγματα και μαχαίρια για το καθάρισμα οπλών και άλλα εργαλεία πεταλώματος ήταν τακτικά παραταγμένα σε ξύλινους πάγκους, μαζί με σκαρπέλα, σουβλιά, καλούπια και όλα τα σύνεργα της τέχνης του σιδερά. Υπήρχαν ράφια με κομμάτια από σίδερο και ατσάλι σε διάφορα μήκη και πάχη. Πέντε ακονιστικοί τροχοί, με διαφορετική τραχύτητα ο καθένας, στέκονταν εδώ κι εκεί στο σκληρό, χωμάτινο δάπεδο· έξι αμόνια· και τρία καμίνια με πέτρινα τοιχώματα, μαζί με τα φυσερά τους ― αν και τώρα μονάχα το ένα είχε αναμμένα κάρβουνα. Υπήρχαν έτοιμα βαρέλια με νερό, για το πάγωμα του καυτού μετάλλου.
Ο σιδεράς σφυροκοπούσε ένα κίτρινο από την κάψα σίδερο, που το συγκρατούσε με μια βαριά λαβίδα. Φορούσε φαρδύ παντελόνι και είχε ανοιχτογάλανα μάτια, αλλά το μακρύ, δερμάτινο γιλέκο πάνω από το γυμνό του στήθος και η ποδιά του δεν διέφεραν πολύ από εκείνα που φορούσαν ο Πέριν και ο αφέντης Λούχαν στο Πεδίο του Έμοντ· τα χοντρά μπράτσα και οι ώμοι του έδειχνα ότι δούλευε χρόνια το μέταλλο. Τα μαύρα μαλλιά του είχαν τις ίδιες γκρίζες τρίχες που θυμόταν ο Πέριν να έχει ο αφέντης Λούχαν. Στον τοίχο κρέμονταν κι άλλα γιλέκα και ποδιές, σαν να είχε ο σιδεράς μαθητευόμενους, που όμως τώρα δεν φαίνονταν πουθενά. Η φωτιά του καμινιού μύριζε πατρίδα. Το καυτό σίδερο μύριζε πατρίδα.
Ο σιδεράς γύρισε για να χώσει στα κάρβουνα το κομμάτι που δούλευε και ο Πέριν πλησίασε για να πιάσει το φυσερό. Ο άλλος του έριξε μια ματιά, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Πέριν άρχισε να ανεβοκατεβάζει το χερούλι του φυσερού με αργές, σταθερές, ήρεμες κινήσεις, κρατώντας τα κάρβουνα στην κατάλληλη θερμοκρασία. Ο σιδεράς ξανάρχισε να δουλεύει το καυτό σίδερο, στη στρογγυλεμένη μύτη του αμονιού αυτή τη φορά. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι, μάλλον, έφτιαχνε μια βαρελόβουρτσα. Το σφυρί κουδούνιζε από τα κοφτά, γοργά χτυπήματα.