Ο σιδεράς του μίλησε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τη δουλειά του. «Μαθητευόμενος;» ήταν το μόνο που είπε.
«Ναι», αποκρίθηκε ο Πέριν εξίσου απλά.
Ο σιδεράς συνέχισε να δουλεύει για λίγο. Ήταν πράγματι μια βαρελόβουρτσα, για να καθαρίζεις το εσωτερικό των ξύλινων βαρελιών. Πού και πού, κοίταζε τον Πέριν συλλογισμένος. Άφησε κάτω το σφυρί του, μονάχα για μια στιγμή, πήρε ένα κοντό, χοντρό, ορθογώνιο κομμάτι ημιεπεξεργασμένου μετάλλου, το έδωσε στον Πέριν και μετά ξανάπιασε το σφυρί και συνέχισε τη δουλειά. «Δες τι μπορείς να κάνεις με αυτό», είπε.
Δίχως καν να το σκεφτεί, ο Πέριν πήγε σε ένα αμόνι στην άλλη άκρη του καμινιού και χτύπησε το κομμάτι στην άκρη του. Ακούστηκε ένα ευχάριστο κουδούνισμα. Το ατσάλι δεν είχε μείνει στο καμίνι χαμηλών θερμοκρασιών τόση ώρα ώστε να απορροφήσει από το κάρβουνο παραπάνω άνθρακα απ’ όσο έπρεπε. Το έχωσε σχεδόν ολόκληρο στα αναμμένα κάρβουνα, δοκίμασε τα δύο νεροβάρελα για να δει ποιο είχε αλατισμένο νερό —το τρίτο είχε ελαιόλαδο― και μετά έβγαλε το σακάκι και το πουκάμισό του και διάλεξε ένα δερμάτινο γιλέκο που του έκανε στο στέρνο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους Δακρινούς δεν ήταν μεγαλόσωμοι σαν κι αυτόν, αλλά βρήκε ένα που του ταίριαζε. Την ποδιά τη βρήκε πιο εύκολα.
Όταν γύρισε, είδε το σιδερά, που ήταν ακόμα σκυμμένος στη δουλειά του, να νεύει και να χαμογελά μόνος του. Αλλά το ότι ήξερε τι έκανε, δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι είχε ικανότητες σιδερά. Αυτό έμενε να το δείξει.
Όταν ξαναγύρισε στο αμόνι με δύο σφυριά, μια πλατιά λαβίδα με μακριά λαβή και έναν κόφτη, η ατσαλένια ράβδος είχε ζεσταθεί και είχε πάρει σκούρο κόκκινο χρώμα, με εξαίρεση την άκρη, την οποία είχε αφήσει έξω από τα κάρβουνα. Δούλεψε το φυσερό και είδε το χρώμα του μετάλλου να ανοίγει, ώσπου πήρε ένα κίτρινο χρώμα, στα πρόθυρα του λευκού. Έπειτα, το τράβηξε έξω με τη λαβίδα, το άπλωσε στο αμόνι και έπιασε το μεγάλο σφυρί. Είχε βάρος περίπου πέντε κιλά, κάπου τόσο το υπολόγιζε, και η λαβή του ήταν μακρύτερη απ’ όσο θεωρούσαν αναγκαία αυτοί που δεν ήξεραν πώς έπρεπε να δουλεύεις το μέταλλο. Το κράτησε από την άκρη της λαβής· καμιά φορά, το καυτό μέταλλο τίναζε σπίθες και ο Πέριν είχε δει τις ουλές στα χέρια του σιδερά του Ράουντχιλ, που ήταν απρόσεκτος άνθρωπος.
Δεν ήθελε να φτιάξει κάτι περίπλοκο, ή επιδεικτικό. Αυτή την ώρα, τα απλά πράγματα του φαίνονταν ό,τι καλύτερο. Ξεκίνησε στρογγυλεύοντας τις ακμές της ράβδου και ύστερα τη σφυροκόπησε στη μέση, φτιάχνοντας μια πλατιά λεπίδα, που τόσο στην άκρη όσο και στην αρχή ήταν χοντρή, αλλά στο μήκος, τώρα, είχε φτάσει τη μιάμιση πιθαμή. Πού και πού, έχωνε ξανά το μέταλλο στα κάρβουνα, για να διατηρήσει το αχνοκίτρινο χρώμα του και ύστερα από ένα διάστημα πήρε το ελαφρύτερο σφυρί, που ήταν μισό στο βάρος από το πρώτο. Το τμήμα που ήταν πέρα από τη λεπίδα το λέπτυνε, μετά το έβαλε στη μυτερή άκρη του αμονιού και το λύγισε, για να γυρίσει πλάι στη λεπίδα. Εκεί, θα μπορούσε να μπει μια ξύλινη λαβή στο τέλος. Έβαλε τον κόφτη στο αντίστοιχο άνοιγμα του αμονιού και ακούμπησε εκεί πάνω το λαμπερό μέταλλο. Με ένα κοφτό χτύπημα του σφυριού, έκοψε το εργαλείο που είχε φτιάξει. Ή που σχεδόν είχε φτιάξει. Θα ήταν ένα μαχαίρι τσάμφερ, που μεταξύ άλλων το χρησιμοποιούσαν για να λειαίνουν και να ισιώνουν τα βαρελοσάνιδα, αφού τα ένωναν. Όταν θα τελείωνε. Την ιδέα του την είχε δώσει η βαρελόβουρτσα του σιδερά.
Μόλις έκοψε το μαχαίρι, πέταξε το πυρωμένο μέταλλο στο βαρέλι με το αλατισμένο νερό για να το παγώσει. Το ανάλατο νερό έκανε το πιο σκληρό σβήσιμο, για σκληρό μέταλλο, ενώ το λάδι το πιο μαλακό, για τα καλά μαχαίρια. Όπως και για τα σπαθιά, έτσι είχε ακούσει, αλλά ποτέ δεν είχε φτιάξει ένα, ούτε είχε βοηθήσει να φτιαχτεί τέτοιο πράγμα.
Όταν το μέταλλο κρύωσε αρκετά και πήρε ένα μουντό γκρίζο χρώμα, το έβγαλε από το νερό και το πήρε στους ακονιστικούς τροχούς. Δούλεψε αργά τα πετάλια για να γυαλίσει τη λεπίδα. Προσεκτικά, ξαναζέστανε το τμήμα της λεπίδας. Αυτή τη φορά, το χρώμα βάθυνε, έγινε σαν άχυρο, σαν μπρούτζος. Όταν το χρώμα του μπρούτζου άρχισε να διατρέχει τη λεπίδα κατά κύματα, την άφησε κατά μέρος για να κρυώσει. Τότε θα ακόνιζε την τελική κόψη της. Αν το έσβηνε ξανά, θα χαλούσε το βάψιμο που είχε μόλις κάνει.
«Προσεγμένη δουλειά», είπε ο σιδεράς. «Ούτε μια χαμένη κίνηση. Ψάχνεις για δουλειά; Οι μαθητευόμενοι μου σηκώθηκαν κι έφυγαν και οι τρεις μαζί, οι άχρηστοι, και έχω πολλή δουλειά να κάνεις».