Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω πόσο καιρό θα είμαι στο Δάκρυ. Θα ήθελα να δουλέψω λίγο ακόμα, αν δεν σε πειράζει. Πέρασε καιρός και μου λείπει. Ίσως κάνω ένα μέρος της δουλειάς που θα έκαναν οι μαθητευόμενοί σου».
Ο σιδεράς ξεφύσησε δυνατά. «Είσαι καλύτερος απ’ αυτούς τους αχρείους, που τριγυρνούσαν και κοίταζαν και γκρίνιαζαν για τους εφιάλτες τους. Λες και δεν βλέπουν όλοι εφιάλτες μερικές φορές. Ναι, μπορείς να δουλέψεις εδώ, όσο καιρό θέλεις. Φως μου, έχω παραγγελίες για δώδεκα πλάνες και τρία σκεπάρνια και ένας μαραγκός, εδώ στο δρόμο παρακάτω, θέλει ένα σφυρί μόρτις και... Πού να τα λέω, ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Ξεκίνα με τις πλάνες και θα δούμε τι δουλειά θα βγάλουμε μέχρι να πέσει η νύχτα».
Ο Πέριν απορροφήθηκε στη δουλειά, ξεχνώντας για λίγο τα πάντα, εκτός από τη λάβρα του μετάλλου, το κουδούνισμα του σφυριού και τη μυρωδιά του καμινιού, αλλά ήρθε η ώρα που σήκωσε το βλέμμα και είδε ότι ο σιδεράς —Ντέρμιντ Ατζάλα, έτσι είχε πει ότι τον έλεγαν― έβγαζε το γιλέκο του και η μάντρα για τα ζώα είχε σκοτεινιάσει. Το μόνο φως ερχόταν από το καμίνι και από δύο λάμπες. Και η Ζαρίν καθόταν πάνω σε ένα αμόνι, πλάι σε ένα κρύο καμίνι, παρακολουθώντας τον.
«Άρα, είσαι στ’ αλήθεια σιδεράς, σιδερά», του είπε.
«Αυτό είναι, κυρά», είπε ο Ατζάλα. «Μαθητευόμενος, λέει, αλλά η δουλειά που έκανε σήμερα ήταν έργο μάστορα, αν με ρωτήσεις. Καλός στο φυσερό και χέρι σταθερό». Ο Πέριν σάλεψε τα πόδια με αυτά τα κομπλιμέντα και ο σιδεράς του χαμογέλασε πλατιά. Η Ζαρίν τους κοίταξε και τους δύο με ένα βλέμμα που έλεγε ότι δεν καταλάβαινε τίποτα.
Ο Πέριν πήγε να ξαναβάλει το γιλέκο και την ποδιά στα κρεμαστάρια τους, αλλά όταν τα έβγαλε, ξαφνικά αισθάνθηκε το βλέμμα της Ζαρίν στην πλάτη του. Ήταν λες και τον άγγιζε· για μια στιγμή, η μυρωδιά βοτάνων πάνω της έμοιαζε να τον κατακλύζει. Φόρεσε γοργά το πουκάμισό του, το έχωσε όπως-όπως στο παντελόνι του και έβαλε το σακάκι. Όταν γύρισε, η Ζαρίν είχε ένα από εκείνα τα μυστήρια, μικρά χαμόγελα, που πάντα του προκαλούσαν νευρικότητα.
«Αυτό θέλεις να κάνεις, λοιπόν;» τον ρώτησε. «Ήρθες τόσο δρόμο για να ξαναγίνεις σιδεράς;» Ο Ατζάλα σταμάτησε εκεί που έκλεινε τις πόρτες της αυλής και έστησε αυτί.
Ο Πέριν σήκωσε το βαρύ σφυρί που είχε χρησιμοποιήσει, με το κεφάλι των πέντε κιλών και τη λαβή που έφτανε σε μήκος τον πήχη του. Το ένιωθε ωραία στα χέρια του. Του έδινε μια σωστή αίσθηση. Ο σιδεράς είχε κοιτάξει, κάποια στιγμή, τα μάτια του και δεν είχε καν βλεφαρίσει· το σημαντικό ήταν η δουλειά, η δεξιοτεχνία στο μέταλλο, όχι το χρώμα των ματιών του ανθρώπου. «Όχι», είπε θλιμμένα. «Κάποια μέρα, ελπίζω. Μα όχι ακόμα». Έκανε να κρεμάσει ξανά το σφυρί στον τοίχο.
«Πάρε το». Ο Ατζάλα ξερόβηξε. «Δεν συνηθίζω να δίνω καλά σφυριά, αλλά... Η δουλειά που έκανες σήμερα αξίζει πολύ παραπάνω από το κόστος αυτού του σφυριού και μπορεί να σε βοηθήσει για εκείνο το “κάποια μέρα” που είπες. Άνθρωπε μου, πρώτη φορά βλέπω κάποιον που μοιάζει σαν να φτιάχτηκε για να κρατά σφυρί σιδερά. Πάρ’ το, λοιπόν. Κράτησέ το».
Ο Πέριν έσφιξε τη λαβή. Είχε τη σωστή αίσθηση. «Σ’ ευχαριστώ», είπε. «Δεν μπορώ να σου πω πόση σημασία έχει αυτό για μένα».
«Μόνο να θυμάσαι το “κάποια μέρα”, άνθρωπέ μου. Μόνο αυτό να θυμάσαι».
Καθώς έφευγαν, η Ζαρίν τον κοίταξε και είπε: «Έχεις την παραμικρή ιδέα πόσο παράξενοι είναι οι άντρες, σιδερά; Όχι. Έτσι φαντάστηκα». Έτρεξε μπροστά, αφήνοντάς τον με το ένα χέρι να κρατά το σφυρί και με το άλλο να ξύνει το κεφάλι του.
Κανένας στην κοινή αίθουσα δεν τον κοίταξε δεύτερη φορά — ένα χρυσομάτη νεαρό, που κρατούσε σφυρί σιδερά. Ανέβηκε στο δωμάτιό του κι αυτή τη φορά θυμήθηκε να ανάψει το ξυγκοκέρι. Η φαρέτρα και το τσεκούρι του κρέμονταν από το ίδιο κρεμαστάρι στο γυψωμένο τοίχο. Ζύγιασε το τσεκούρι στο ένα χέρι, το σφυρί στο άλλο. Από το βάρος του μετάλλου, το τσεκούρι, με τη λεπίδα που έμοιαζε με μισοφέγγαρο και το χοντρό καρφί που τη συγκρατούσε, ήταν δυο-τρία κιλά ελαφρύτερο από το σφυρί, αλλά ο Πέριν το ένιωθε δέκα φορές βαρύτερο. Ξανάβαλε το τσεκούρι στη θηλιά της κρεμασμένης ζώνης του και ακούμπησε το σφυρί στο πάτωμα, κάτω από το κρεμαστάρι, με τη λαβή γερμένη στον τοίχο. Τα στειλιάρια του τσεκουριού και του σφυριού σχεδόν ακουμπούσαν, δύο κομμάτια ξύλο, ίδια στο πάχος. Δύο κομμάτια μέταλλο, πάνω-κάτω, ίδια στο βάρος. Κάθισε πολλή ώρα στο σκαμνί κοιτάζοντάς τα. Ακόμα τα κοίταζε, όταν ο Λαν άνοιξε την πόρτα και έχωσε το κεφάλι του στο δωμάτιο.
«Έλα, σιδερά. Έχουμε πράγματα να πούμε».
«Αυτό είμαι. Σιδεράς», είπε ο Πέριν και ο Πρόμαχος τον κοίταξε συνοφρυωμένος.
«Μη μου τρελαθείς τώρα, σιδερά. Αν δεν αντέχεις, τότε θα παρασύρεις κι εμάς στο γκρεμό».