«Αντέχω», μούγκρισε ο Πέριν. «Ό,τι πρέπει να γίνει, θα το κάνω. Τι θες;»
«Εσένα, σιδερά. Δεν άκουσες; Έλα, αγροτόπαιδο».
Ο χαρακτηρισμός που του έδινε τόσο συχνά η Ζαρίν τον έκανε τώρα να σηκωθεί όρθιος με θυμό, όμως ο Λαν είχε ήδη φύγει. Ο Πέριν έτρεξε στο διάδρομο και τον ακολούθησε στο μπροστινό μέρος του πανδοχείου, θέλοντας να του πει ότι τα είχε βαρεθεί αυτά τα «σιδερά» και τα «αγροτόπαιδο», ότι το όνομά του ήταν Πέριν Αϋμπάρα. Ο Πρόμαχος χώθηκε στη μοναδική ιδιωτική τραπεζαρία του πανδοχείου, που είχε θέα στο δρόμο.
Ο Πέριν τον ακολούθησε. «Άκουσε τώρα, Πρόμαχε, δεν —»
«Άκουσε, Πέριν», είπε η Μουαραίν. «Ησύχασε και άκουσε». Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, αλλά το βλέμμα της ταίριαζε με τη σκοτεινιά στη φωνή της.
Ο Πέριν δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν κι άλλοι στο δωμάτιο εκτός από τον ίδιο και τον Πρόμαχο, ο οποίος στεκόταν με το μπράτσο απλωμένο στην κορνίζα του σβησμένου τζακιού. Η Μουαραίν καθόταν σε ένα τραπέζι στο κέντρο του δωματίου, ένα απλό έπιπλο από μαύρο ξύλο βαλανιδιάς. Οι άλλες καρέκλες, με τις ψηλές, σκαλιστές ράχες τους, δεν ήταν κατειλημμένες. Η Ζαρίν ακουμπούσε στον τοίχο, στην απέναντι μεριά του δωματίου από τον Λαν, κατσουφιασμένη, ενώ ο Λόιαλ είχε επιλέξει να καθίσει στο πάτωμα, μιας και καμία καρέκλα δεν του έκανε.
«Χαίρομαι που μας καταδέχτηκες, αγροτόπαιδο», είπε σαρκαστικά η Ζαρίν. «Η Μουαραίν δεν ήθελε να πει τίποτα πριν έρθεις. Απλώς μας κοιτάζει, σαν να αποφασίζει ποιος από μας θα πεθάνει. Θα —»
«Σιωπή», της είπε απότομα η Μουαραίν. «Ένας Αποδιωγμένος είναι στο Δάκρυ. Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον είναι ο Μπε’λάλ». Ο Πέριν ανατρίχιασε.
Ο Λόιαλ έκλεισε σφιχτά τα μάτια και βόγκηξε. «Μπορούσα να μείνω στο στέντιγκ. Μάλλον θα ήμουν τρισευτυχισμένος, παντρεμένος με όποια μου είχε διαλέξει η μητέρα μου. Είναι εξαιρετική γυναίκα η μητέρα μου και δεν θα μου έβρισκε κακή σύζυγο». Τα αυτιά του είχαν κρυφτεί ολόκληρα στα πυκνά μαλλιά του.
«Μπορείς να ξαναγυρίσεις στο Στέντιγκ Σανγκτάι», είπε η Μουαραίν. «Φύγε τώρα, αν θέλεις. Δεν θα σε σταματήσω».
Ο Λόιαλ άνοιξε το ένα μάτι. «Μπορώ να φύγω;»
«Αν το επιθυμείς», είπε εκείνη.
«Α». Άνοιξε και το άλλο μάτι και έξυσε το μάγουλό του με τα χοντροκομμένα δάχτυλά του, που ήταν μεγάλα σαν λουκάνικα. «Μου φαίνεται... μου φαίνεται... αν έχω επιλογή... ότι θα μείνω μαζί σας. Έχω κρατήσει πολλές σημειώσεις, όχι όμως αρκετές για να ολοκληρώσω το βιβλίο μου και δεν θα ήθελα να αφήσω τον Πέριν και τον Ραντ —»
Η Μουαραίν τον έκοψε με ψυχρή φωνή. «Ωραία, Λόιαλ. Χαίρομαι που θα μείνεις. Θα χαρώ να χρησιμοποιήσω ό,τι γνώσεις διαθέτεις. Αλλά μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά, δεν έχω χρόνο να ακούω τα παράπονά σου!»
«Φαντάζομαι», είπε η Ζαρίν με τρεμάμενη φωνή, «ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να φύγω εγώ;» Κοίταξε τη Μουαραίν και ρίγησε. «Καλά το σκέφτηκα. Σιδερά, αν επιζήσω απ’ όλα αυτά, θα μου το πληρώσεις».
Ο Πέριν την κοίταξε. Εγώ; Η χαζή νομίζει ότι είναι δικό μου το σφάλμα; Εγώ της ζήτησα να έρθει; Άνοιξε το στόμα, είδε το βλέμμα της Μουαραίν και το ξανάκλεισε γρήγορα. Έπειτα από μια στιγμή, ρώτησε: «Κυνηγά τον Ραντ; Για να τον σταματήσει, ή για να τον σκοτώσει;»
«Νομίζω πως όχι», είπε εκείνη χαμηλόφωνα. Η φωνή της ήταν σαν παγωμένο ατσάλι. «Φοβάμαι ότι σκοπεύει να αφήσει τον Ραντ να μπει στην Καρδιά της Πέτρας για να πάρει το Καλαντόρ και μετά θα το πάρει από τον Ραντ. Φοβάμαι ότι σκοπεύει, να σκοτώσει τον Αναγεννημένο Δράκοντα με το ίδιο το όπλο που προορίζεται για να τον αναγγείλει».
«Θα το βάλουμε πάλι στα πόδια;» είπε η Ζαρίν. «Όπως στο Ίλιαν; Δεν σκέφτηκα ποτέ να το σκάσω, αλλά δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα έβρισκα τον Αποδιωγμένο όταν έδινα τον Όρκο των Κυνηγών».
«Αυτή τη φορά», είπε η Μουαραίν, «δεν θα το διακινδυνεύσουμε. Δεν τολμάμε να το σκάσουμε. Οι κόσμοι και ο χρόνος εξαρτώνται από τον Ραντ, από τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Αυτή τη φορά, θα πολεμήσουμε».
Ο Πέριν κάθισε αμήχανα σε μια καρέκλα. «Μουαραίν, λες ξεκάθαρα πολλά πράγματα, που μας είχες πει ότι δεν έπρεπε ούτε να τα σκεφτόμαστε. Έχεις βάλει ξόρκια φύλαξης σε αυτό το δωμάτιο, έτσι δεν είναι;» Όταν εκείνη κούνησε το κεφάλι, ο Πέριν έσφιξε την άκρη του τραπεζιού, τόσο δυνατά που έκανε το σκούρο ξύλο βαλανιδιάς να τρίξει.
«Δεν μιλάω για έναν Μυρντράαλ, Πέριν. Κανένας δεν ξέρει τη δύναμη των Αποδιωγμένων, μόνο ότι ο Ισαμαήλ και η Λανφίαρ είναι οι ισχυρότεροι, αλλά κι ο πιο αδύναμος απ’ αυτούς θα μπορούσε να αισθανθεί κάθε ξόρκι φύλαξης που μπορώ να βάλω, ακόμα και σε απόσταση ενός ή δύο χιλιομέτρων. Και θα μας έκανε χίλια κομμάτια μέσα σε δευτερόλεπτα. Πιθανότατα, χωρίς να σαλέψει από εκεί που βρισκόταν».