Выбрать главу

«Λες ότι μπορεί να σε κάνει τ’ αλατιού», μουρμούρισε ο Πέριν. «Φως μου! Τι κάνουμε, λοιπόν; Πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι;»

«Ακόμα και οι Αποδιωγμένοι δεν μπορούν να αντισταθούν στη μοιροφωτιά», είπε η Μουαραίν. Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν ήταν αυτό που είχε χρησιμοποιήσει εναντίον των Σκοτεινόσκυλων· ακόμα και τώρα ένιωθε ταραχή με εκείνο που είχε δει και με αυτό που είχε πει τότε η Μουαραίν. «Έμαθα κάποια πράγματα τον τελευταίο χρόνο, Πέριν. Είμαι... πιο επικίνδυνη από όσο τότε, που είχα έρθει στο Πεδίο του Έμοντ. Αν μπορέσω να πλησιάσω αρκετά τον Μπε’λάλ, μπορώ να τον εξοντώσω. Αλλά αν με δει πρώτος, μπορεί να μας εξολοθρεύσει όλους, πολύ πριν προλάβω να κάνω κάτι». Έστρεψε την προσοχή της στον Λόιαλ. «Τι μπορείς να μου πεις για τον Μπε’λάλ;»

Ο Πέριν ανοιγόκλεισε τα μάτια μπερδεμένος. Ο Λόιαλ;

«Τι ρωτάς αυτόν;» ξέσπασε θυμωμένη η Ζαρίν. «Πρώτα λες στο σιδερά ότι θέλεις να τα βάλουμε με έναν Αποδιωγμένο —που μπορεί να μας σκοτώσει όλους, πριν προλάβουμε να βγάλουμε άχνα!― και τώρα ρωτάς τον Λόιαλ γι’ αυτόν!» Ο Λόιαλ μουρμούρισε κάτι βιαστικά, το όνομα που είχε διαλέξει μόνη της —«Φάιλε! Φάιλε!»― αλλά εκείνη είχε πάρει φόρα. «Νόμιζα ότι οι Άες Σεντάι τα ξέρουν όλα. Φως μου, τουλάχιστον εμένα μου κόβει αρκετά, ώστε να μη λέω ότι θα πολεμήσω με κάποιον, όταν δεν ξέρω όσα μπορώ γι’ αυτόν! Είσαι...» Τα λόγια της ξεψύχησαν μπροστά στο βλέμμα της Μουαραίν, κατέληξαν να γίνουν ένα μουρμουρητό.

«Οι Ογκιρανοί», είπε ψυχρά η Άες Σεντάι, «έχουν μεγάλη μνήμη, κοριτσάκι μου. Για τους ανθρώπους έχουν περάσει πάνω από εκατό γενιές από το Τσάκισμα, αλλά για τους Ογκιρανούς λιγότερες από τριάντα. Ακόμα μαθαίνουμε πράγματα που δεν ξέραμε, από τις ιστορίες τους. Τώρα πες μου, Λόιαλ. Τι ξέρεις για τον Μπε’λάλ. Κι αυτή τη φορά, εν συντομία. Θέλω τη μακρόχρονη μνήμη σου, όχι τις μακρηγορίες σου».

Ο Λόιαλ ξερόβηξε, έκανε έναν ήχο σαν κούτσουρο που κατρακυλούσε σε φρεάτιο. «Ο Μπε’λάλ». Τα αυτιά του πετάχτηκαν από τα μαλλιά του, σαν φτερά κολιμπριού και ύστερα ξανάπεσαν. «Δεν ξέρω τι μπορεί να λένε γι’ αυτόν οι ιστορίες, που να μην το ξέρεις ήδη. Δεν πολυαναφέρεται, παρά μόνο ότι ήταν στην καταστροφή της Αίθουσας των Υπηρετών, λίγο πριν ο Λουζ Θέριν Τέλαμον και οι Εκατό Σύντροφοι τον σφραγίσουν μαζί με τον Σκοτεινό. Ο Τζαλάντα, γιος του Άριεντ, γιος του Κόιαμ, έγραψε ότι τον αποκαλούσαν Φθονερό, ότι είχε απαρνηθεί το Φως επειδή φθονούσε τον Λουζ Θέριν, καθώς και ότι φθονούσε τον Ισαμαήλ και τη Λανφίαρ, επίσης. Στο Μια Μελέτη τον Πολέμου της Σκιάς, η Μόιλιν, κόρη της Χαμάντα, κόρη της Τζουένταν, ονομάζει τον Μπε’λάλ Διχτοποιό, αλλά δεν ξέρω γιατί. Αναφέρει ότι παίζει μια παρτίδα λίθους με τον Λουζ Θέριν και νικά και λέει ότι πάντα καυχιόταν γι’ αυτό». Έριξε μια ματιά στη Μουαραίν και μπουμπούνισε: «Προσπαθώ να είμαι σύντομος. Δεν ξέρω τίποτα σημαντικό γι’ αυτόν. Αρκετοί συγγραφείς λένε ότι ο Μπε’λάλ και ο Σαμαήλ ήταν και οι δύο αρχηγοί στον αγώνα κατά του Σκοτεινού, πριν απαρνηθούν το Φως, ότι ήταν και οι δύο δεινοί ξιφομάχοι. Αυτά είναι στ’ αλήθεια όσα ξέρω. Ίσως να μνημονεύεται σε άλλα βιβλία, σε άλλες ιστορίες, αλλά δεν τα έχω διαβάσει. Απλώς, δεν μιλάνε συχνά για τον Μπε’λάλ. Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να σου πω κάτι χρήσιμο».

«Μπορεί και να μου είπες», του είπε η Μουαραίν. «Δεν ήξερα γι’ αυτό το όνομα, το Διχτοποιός. Ή ότι φθονούσε τόσο τον Δράκοντα όσο και τους συντρόφους του στη Σκιά. Αυτό ενισχύει την πεποίθησή μου ότι θέλει το Καλαντόρ. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος που διάλεξε να γίνει Υψηλός Άρχοντας του Δακρύου. Και όσο για το Διχτοποιός ― ένα όνομα που προορίζεται για δολοπλόκο, για κάποιον που καταστρώνει τα σχέδιά του με υπομονή και πανουργία. Τα πήγες καλά, Λόιαλ». Για μια στιγμή, το στόμα του Ογκιρανού έστριψε προς τα πάνω σχηματίζοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης, αλλά ύστερα ξανάπεσε.

«Δεν θα υποκριθώ ότι δεν φοβάμαι», είπε ξαφνικά η Ζαρίν. «Μόνο ένας βλάκας δεν θα φοβόταν έναν Αποδιωγμένο. Αλλά ορκίστηκα ότι θα είμαι μια από εσάς και αυτό θα κάνω. Μόνο αυτό ήθελα να πω».

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Σίγουρα είναι τρελή. Εγώ θα ευχόμουν να μην ήμουν μέλος αυτής της ομάδας. Θα ευχόμουν να ήμουν στην πατρίδα και να δουλεύω το φυσερό τον αφέντη Λούχαν. Είπε δυνατά: «Αν είναι μέσα στην Πέτρα, αν περιμένει εκεί τον Ραντ, πρέπει να μπούμε για να τον βρούμε. Πώς θα το καταφέρουμε; Όλοι λένε ότι κανένας δεν μπαίνει στην Πέτρα χωρίς άδεια από τους Υψηλούς Άρχοντες και, όπως τη βλέπω, δεν βρίσκω άλλο τρόπο, παρά μόνο από τις πύλες».

«Δεν θα μπεις», είπε ο Λαν. «Μόνο η Μουαραίν κι εγώ θα μπούμε. Όσο περισσότεροι είμαστε, τόσο πιο δύσκολο θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο δρόμος που θα βρω, πιστεύω ότι θα είναι δύσκολος, ακόμα και για δύο άτομα μόνο».