«Γκαϊντίν», άρχισε να λέει η Μουαραίν με σταθερή φωνή, αλλά ο Πρόμαχος την έκοψε εξίσου σταθερά.
«Θα πάμε μαζί, Μουαραίν. Αυτή τη φορά, δεν θα κάτσω στην άκρη». Έπειτα από μια στιγμή, εκείνη κατένευσε. Του Πέριν του φάνηκε ότι ο Λαν χαλάρωσε λίγο. «Οι υπόλοιποι, καλύτερα να κοιμηθείτε λίγο», συνέχισε ο Πρόμαχος. «Πρέπει να πάω να εξετάσω την Πέτρα». Κοντοστάθηκε. «Υπάρχει κάτι, το οποίο έδιωξαν από το νου μου τα νέα που έφερες, Μουαραίν. Κάτι μικρό και δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει. Υπάρχουν Αελίτες στο Δάκρυ».
«Αελίτες!» αναφώνησε ο Λόιαλ. «Αδύνατον! Ολόκληρη η πόλη θα είχε ξεσηκωθεί πανικόβλητη, αν έμπαινε έστω κι ένας από τις πύλες».
«Δεν είπα ότι περπατούν στους δρόμους, Ογκιρανέ. Οι στέγες και οι καμινάδες είναι εξίσου καλές κρυψώνες με την Ερημιά. Είδα τρεις, το λιγότερο, αν και φαίνεται ότι κανένας άλλος στο Δάκρυ δεν έχει δει έστω και έναν. Κι αν είδα τρεις, να είστε σίγουροι ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι, τους οποίους δεν είδα».
«Αυτό δεν μου λέει κάτι», είπε αργά η Μουαραίν. «Πέριν, γιατί σμίγεις έτσι τα φρύδια σου;»
Αυτός δεν ήξερε ότι το έκανε. «Σκεφτόμουν εκείνο τον Αελίτη στο Ρέμεν. Είπε ότι, όταν πέσει η Πέτρα, οι Αελίτες θα αφήσουν την Τρίπτυχη Γη. Την Ερημιά δηλαδή, έτσι δεν είναι; Είπε ότι ήταν μια προφητεία».
«Έχω διαβάσει κάθε λέξη των Προφητειών του Δράκοντα», είπε μαλακά η Μουαραίν, «σε όλες τις μεταφράσεις και δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Άελ. Παραπατάμε στα τυφλά, ενώ ο Μπε’λάλ πλέκει τα δίχτυα του και ο Τροχός υφαίνει το Σχήμα γύρω μας. Αλλά οι Αελίτες είναι έργο του Τροχού ή του Μπε’λάλ; Λαν, πρέπει να μου βρεις σύντομα μια είσοδο στην Πέτρα. Για εμάς. Βρες μας σύντομα μια είσοδο».
«Όπως προστάζεις, Άες Σεντάι», είπε αυτός, αλλά ο τόνος του ήταν φιλικός, παρά επίσημος. Βγήκε από την πόρτα και χάθηκε. Η Μουαραίν κοίταξε κατσουφιασμένη το δωμάτιο, με το βλέμμα θολό από τις σκέψεις.
Ο Ζαρίν πλησίασε και κοίταξε τον Πέριν, με το κεφάλι της γερμένο στο πλάι. «Κι εσύ τι θα κάνεις, σιδερά; Φαίνεται ότι θέλουν από εμάς να περιμένουμε, ενώ αυτοί θα τρέχουν για περιπέτειες. Όχι ότι παραπονιέμαι».
Ο Πέριν αμφέβαλλε για το τελευταίο. «Κατ’ αρχάς», της είπε, «θα βρω κάτι να φάω. Και μετά έχω να σκεφτώ για ένα σφυρί». Και να ξεδιαλύνω τι νιώθω για σένα, Γεράκι.
51
Δόλωμα για το Δίχτυ
Με την άκρη του ματιού της, η Νυνάβε πίστεψε ότι είχε δει φευγαλέα έναν άντρα με κοκκινωπά μαλλιά και έναν καφέ μανδύα που ανέμιζε, αρκετά πιο πέρα στον ηλιόλουστο δρόμο. Όταν, όμως, γύρισε για να τον κοιτάξει κάτω από το πλατύ γείσο του γαλάζιου, ψάθινου καπέλου που της είχε δώσει η Αϊλχουίν, μια βοϊδάμαξα είχε μπει ανάμεσά τους. Όταν η άμαξα προχώρησε, ο άντρας δεν φαινόταν πουθενά. Η Νυνάβε ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είχε δει μια ξύλινη θήκη φλάουτου στη ράχη του και τα ρούχα του ήταν σίγουρα από αλλού και όχι από το Δάκρυ. Δεν μπορεί να ήταν ο Ραντ. Το ότι συνεχώς τον ονειρεύομαι, δεν σημαίνει ότι θα έρθει τόσο δρόμο από την Πεδιάδα τον Άλμοθ.
Ένας από τους ξυπόλητους άντρες που έτρεχαν γύρω της, ο οποίος κουβαλούσε ένα καλάθι στη ράχη απ’ όπου ξεπρόβαλλαν οι όμοιες με δρεπάνια ουρές δώδεκα μεγάλων ψαριών, ξαφνικά σκόνταψε και τα ασημόχρωμα ψάρια πετάχτηκαν πάνω από το κεφάλι του, καθώς έπεφτε. Βρέθηκε πεσμένος στα χέρια και στα πόδια μέσα στη λάσπη, κοιτάζοντας τα ψάρια που είχαν χυθεί από το καλάθι του. Όλα τα μακριά, γυαλιστερά ψάρια στέκονταν όρθια, με τις μύτες καρφωμένες στη λάσπη, σχηματίζοντας έναν τέλειο κύκλο. Ακόμα και μερικοί περαστικοί έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Ο άντρας σηκώθηκε αργά όρθιος, χωρίς να έχει συναίσθηση, απ’ ό,τι φαινόταν, της λάσπης πάνω του. Κατέβασε το καλάθι από την πλάτη του και άρχισε να μαζεύει τα ψάρια, κουνώντας το κεφάλι και μουρμουρίζοντας.
Η Νυνάβε ανοιγόκλεισε τα μάτια, αλλά είχε δουλειά με ένα βοϊδομούρη κλέφτη, ο οποίος τη χάζευε από την πόρτα του καταστήματός του, που ήταν γεμάτο ματωμένα κομμάτια κρέας, κρεμασμένα σε γάντζους πίσω του. Τράβηξε την πλεξούδα της και στύλωσε το βλέμμα της πάνω του.
«Πολύ καλά», είπε κοφτά, «θα τα πάρω, αλλά με τέτοιες τιμές για τόσο κακοκομμένο κρέας, δεν θα ξανάρθω στο μαγαζί σου».
Εκείνος σήκωσε νωθρά τους ώμους καθώς έπαιρνε τα νομίσματά της και ύστερα τύλιξε το παχύ, αρνίσιο κρέας σε ένα κομμάτι ύφασμα, που έβγαλε η Νυνάβε από το καλάθι που είχε κρεμάσει στον αγκώνα της. Αυτή, όπως έβαζε το τυλιγμένο κρέας στο καλάθι, τον αγριοκοίταξε, αλλά αυτός δεν φάνηκε να αντιδρά.
Στριφογύρισε επιτόπου για να φύγει... και παραλίγο να πέσει. Ακόμα δεν είχε συνηθίσει τα ξυλοπέδιλα· όλο κολλούσαν στη λάσπη, δεν καταλάβαινε πώς οι άλλοι κατάφερναν και τα φορούσαν. Έλπιζε ότι ο ήλιος δεν θα αργούσε να στεγνώσει το έδαφος, αλλά είχε την αίσθηση ότι η λάσπη ήταν σχεδόν μόνιμη στο Μάουλε.