Με προσεκτικά βήματα, ξεκίνησε να γυρίσει στο σπίτι της Αϊλχουίν, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της. Οι τιμές για όλα ήταν εξωφρενικές, η ποιότητα αναπόφευκτα κακή και σχεδόν κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται, ούτε εκείνοι που αγόραζαν, ούτε οι άλλοι που πουλούσαν. Ένιωσε ανακούφιση όταν προσπέρασε μια γυναίκα, που είχε βάλει τις φωνές σε έναν καταστηματάρχη κρατώντας από ένα χτυπημένο, κοκκινοκίτρινο φρούτο —η Νυνάβε δεν ήξερε τι ήταν εδώ πέρα υπήρχαν πολλά φρούτα και λαχανικά που της ήταν άγνωστα― σε κάθε χέρι και ζητώντας απ’ όλους να δουν τι σκουπίδια πουλούσε ο άνθρωπος, αλλά ο μανάβης απλώς την κοίταζε κουρασμένα και δεν έκανε καν τον κόπο να τσακωθεί μαζί της.
Η Νυνάβε ήξερε ότι υπήρχε κάποια εξήγηση για τις τιμές —η Ηλαίην της είχε εξηγήσει για τα δημητριακά, τα οποία έτρωγαν τα ποντίκια στις αποθήκες, επειδή κανένας στην Καιρχίν δεν τα αγόραζε και ότι το εμπόριο δημητριακών με την Καιρχίν είχε αυξηθεί πολύ μετά τον Πόλεμο των Αελιτών― αλλά τίποτα δεν δικαιολογούσε τον τρόπο που όλοι έμοιαζαν έτοιμοι να σηκώσουν τα χέρια και να πεθάνουν. Είχε δει το χαλάζι να καταστρέφει τα σπαρτά στους Δύο Ποταμούς, τις ακρίδες να τα τρώνε, τη μελανόγλωσσα να θερίζει τα πρόβατα, την ερυθροστικτίαση να μαραίνει το ταμπάκ και να μην αφήνει τίποτα για να πουλήσουν στους εμπόρους που έρχονταν από το Μπάερλον. Θυμόταν δύο χρονιές στη σειρά, που δεν είχαν να φάνε σχεδόν τίποτα, εκτός από γογγυλόσουπα και κριθάρι και οι κυνηγοί ήταν τυχεροί όταν έφερναν σπίτι κανέναν κοκαλιάρικο λαγό
- αλλά οι άνθρωποι στους Δύο Ποταμούς, όταν έπεφταν, σηκώνονταν και ξανάπιαναν τη δουλειά τους. Αυτός ο κόσμος εδώ είχε μονάχα μια κακή χρονιά και η αλιεία και το υπόλοιπο εμπόριο έμοιαζαν να ακμάζουν. Δεν μπορούσε να δείξει υπομονή απέναντι τους. Ήταν παράξενοι άνθρωποι, με παράξενους τρόπους και συμπεριφορά, που αυτή τη θεωρούσε δουλική, ενώ εκείνοι την είχαν για συνηθισμένη
- ακόμα και η Αϊλχουίν και ο Σάνταρ. Λίγη υπομονή θα έπρεπε να κάνει μαζί τους, σίγουρα αυτό δεν της ήταν αδύνατο.
Αν το κάνω γι αυτούς, γιατί όχι και για την Εγκουέν; Αφησε τη σκέψη κατά μέρος. Το παιδί φερόταν ελεεινά, ξεσπούσε με τις πιο προφανείς υποδείξεις, έφερνε αντιρρήσεις στις πιο λογικές ιδέες. Ακόμα κι όταν ήταν φανερό τι έπρεπε να κάνουν, η Εγκουέν ήθελε να πειστεί. Η Νυνάβε δεν ήταν συνηθισμένη σε αυτό, να πρέπει να πείσει τον άλλο και ειδικά εκείνους στους οποίους κάποτε άλλαζε τις φασκιές. Το γεγονός ότι ήταν μονάχα επτά χρόνια μεγαλύτερη από την Εγκουέν εδώ δεν έπαιζε ρόλο.
Είναι αυτά τα άσχημα όνειρα, σκέφτηκε. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν και τώρα τα βλέπουμε κι εγώ και η Ηλαίην και δεν ξέρω ούτε κι αυτό τι σημαίνει και ο Σάνταρ δεν λέει τίποτα, παρά μόνο ότι ακόμα ψάχνει και είμαι τόσο μπερδεμένη που... μου έρχεται να φτύσω! Τράβηξε την πλεξούδα της τόσο δυνατά, που πόνεσε. Τουλάχιστον, είχε κατορθώσει να πείσει την Εγκουέν να μην ξαναχρησιμοποιήσει το τερ’ανγκριάλ, να το ξαναβάλει στο πουγκί της, αντί να το φορά συνεχώς κατάσαρκα. Αν το Μαύρο Άτζα ήταν στον Τελ’αράν’ριοντ... Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο. Θα τις βρούμε!
«Θα τις τσακίσω», μουρμούρισε. «Πήγαν να με πουλήσουν, σαν πρόβατο! Με κυνήγησαν, λες και ήμουν ζώο! Αυτή τη φορά είμαι ο κυνηγός, όχι το κουνέλι! Αυτή η Μουαραίν! Αν δεν είχε πατήσει πόδι στο Πεδίο του Έμοντ, θα είχα διδάξει αρκετά την Εγκουέν. Και τον Ραντ... Θα μπορούσα... Θα μπορούσα να κάνω κάτι». Ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια, αλλά αυτό κάθε άλλο παρά τη βοηθούσε· αντίθετα, χειροτέρευε τα πράγματα. Μισούσε τη Μουαραίν, σχεδόν όσο μισούσε τη Λίαντριν και το Μαύρο Άτζα, ίσως όσο μισούσε τους Σωντσάν.
Έστριψε τη γωνία και ο Τζούιλιν Σάνταρ αναγκάστηκε να πηδήξει στο πλάι για να μην τον τσαλαπατήσει. Παρ’ όλο που τα είχε συνηθίσει, παραλίγο να σκοντάψει στα ίδια του τα ξυλοπέδιλα και μόνο το ραβδί του τον βοήθησε να μην πέσει κατάμουτρα στη λάσπη. Η Νυνάβε είχε μάθει ότι εκείνο το ανοιχτόχρωμο, αρθρωτό ξύλο λεγόταν μπαμπού και ότι ήταν πιο γερό απ’ όσο έδειχνε.
«Κυρά —ε― κυρά Μαρυίμ», είπε ο Σάνταρ, ξαναβρίσκοντας την ισορροπία του. «Έψαχνα να... να σε βρω». Της άστραψε ένα νευρικό χαμόγελο. «Είσαι θυμωμένη; Γιατί με κοιτάζεις έτσι, με τα φρύδια σμιγμένα;»
Εκείνη άγγιξε το μέτωπό της. «Δεν σε κοιτάζω έτσι, αφέντη Σάνταρ. Ο χασάπης... Δεν έχει σημασία. Γιατί με έψαχνες;» Της κόπηκε η ανάσα. «Τις βρήκες;»
Εκείνος κοίταξε ολόγυρα, σαν να υποψιαζόταν τους περαστικούς ότι έστηναν αυτί. «Ναι. Ναι, πρέπει να έρθεις μαζί μου στο σπίτι. Οι άλλες περιμένουν. Οι άλλες. Και η Μητέρα Γκουένα».