«Γιατί είσαι τόσο νευρικός; Δεν φαντάζομαι να αποκάλυψες ότι τις ψάχνεις;» είπε απότομα. «Τι σε φόβισε;»
«Όχι! Όχι, κυρά. Δεν... δεν φανερώθηκα». Το βλέμμα του στράφηκε νευρικά πάλι εδώ κι εκεί, πλησίασε πιο κοντά και η φωνή του έγινε ένας βραχνός, βιαστικός ψίθυρος. «Αυτές οι γυναίκες που ψάχνεις είναι στην Πέτρα! Καλεσμένες ενός Υψηλού Άρχοντα! Του Υψηλού Άρχοντα Σάμον! Γιατί είπες ότι είναι κλέφτρες; Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον!» είπε με ψιλή φωνή. Το πρόσωπό του είχε ιδρώσει.
Μέσα στην Πέτρα! Με έναν Υψηλό Άρχοντα! Φως μου, πώς θα ης πλησιάσουμε τώρα; Έπνιξε με κάποια δυσκολία την ανυπομονησία της. «Ησύχασε», είπε με φωνή πραϋντική. «Ηρέμησε, αφέντη Σάνταρ. Μπορούμε να εξηγήσουμε τα πάντα και να σου λύσουμε κάθε απορία». Έτσι ελπίζω. Φως μου, αν τρέξει στην Πέτρα για να πει σε αυτόν τον Υψηλό Άρχοντα ότι τις ψάχνουμε... «Έλα μαζί μου στο σπίτι της Μητέρας Γκουένα. Η Τζόσλυν, η Καρύλα κι εγώ θα σου τα εξηγήσουμε όλα. Πραγματικά. Έλα».
Εκείνος έκανε ένα κοφτό, ταραγμένο νεύμα με το κεφάλι και προχώρησε δίπλα της, βραδύνοντας το βήμα για να τον προφταίνει εκείνη με τα ξυλοπέδιλά της. Έδειχνε σαν να ήθελε να το βάλει στα πόδια.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της Σοφής Γυναίκας, η Νυνάβε έτρεξε στην πίσω πλευρά. Είχε δει ότι κανένας δεν χρησιμοποιούσε την μπροστινή πόρτα, ούτε και η ίδια η Μητέρα Γκουένα. Τα άλογα ήταν δεμένα σε ένα κάγκελο από μπαμπού —μακριά από τις καινούριες συκιές της Αϊλχουίν και, επίσης, μακριά από τα ζαρζαβατικά της― ενώ οι σέλες και τα χάμουρά τους ήταν φυλαγμένα μέσα. Αυτή τη φορά δεν σταμάτησε για να χαϊδέψει τη μύτη του Γκαϊντίν και να του πει ότι ήταν καλό αγόρι και πολύ πιο μυαλωμένο από το συνονόματό του. Ο Σάνταρ σταμάτησε για να ξύσει τη λάσπη από τα ξυλοπέδιλά του με την άκρη του ραβδιού του, αλλά η Νυνάβε έτρεξε μέσα.
Η Αϊλχουίν Γκουένα καθόταν σε μια από τις καρέκλες της με την ψηλή ράχη, την οποία είχε φέρει στο δωμάτιο, με τα χέρια να κρέμονται στα πλευρά. Τα μάτια της γκριζομάλλας γυναίκας ήταν διάπλατα ανοιγμένα από θυμό και φόβο και πάλευε μανιασμένα μέσα της, δίχως να κουνά ούτε μυ. Η Νυνάβε δεν χρειάστηκε να νιώσει το αδιόρατο πλέξιμο του Αέρα για να καταλάβει τι είχε συμβεί. Φως μου, μας βρήκαν! Που να καείς, Σάνταρ!
Την κατέκλυσε οργή, που παρέσυρε τα τείχη μέσα της, τα οποία συνήθως την κρατούσαν μακριά από τη Δύναμη και καθώς το καλάθι έπεφτε από τα χέρια της, η Νυνάβε έγινε ένα άσπρο μπουμπούκι σε μια μαύρη, αγκαθωτή βάτο, που άνοιγε για να αγκαλιάσει το σαϊντάρ, που άνοιγε... Ήταν σαν να είχε πέσει σε άλλο έναν τοίχο, έναν τοίχο από διάφανο γυαλί· ένιωθε την Αληθινή Πηγή, αλλά ο τοίχος σταματούσε τα πάντα, εκτός από τον πόνο που ένιωθε θέλοντας να τη γεμίσει η Μία Δύναμη.
Το καλάθι έπεσε στο πάτωμα και καθώς αναπηδούσε, η πόρτα πίσω της άνοιξε και μπήκε μέσα η Λίαντριν, ακολουθούμενη από τη μελαχρινή γυναίκα με τη λευκή πινελιά πάνω από το αριστερό αυτί της. Φορούσαν μακριά, χρωματιστά, μεταξωτά φορέματα, ραμμένα έτσι ώστε να αποκαλύπτουν τους ώμους τους και τις κύκλωνε η λάμψη του σαϊντάρ.
Η Λίαντριν ίσιωσε το κόκκινο φόρεμά της και χαμογέλασε με το γκρινιάρικο, τριανταφυλλένιο στόμα της. Το κουκλίστικο πρόσωπό της έδειχνε ότι διασκέδαζε. «Μα δεν βλέπεις, αδέσποτη», άρχισε να λέει, «ότι δεν μπορείς να —»
Η Νυνάβε τη χτύπησε στο στόμα όσο πιο δυνατά μπορούσε. Φως μου, πρέπει να το σκάσω. Έριξε μια ανάποδη στη Ριάνα, τόσο δυνατά που η μελαχρινή γυναίκα έπεσε στο σκεπασμένο με μετάξι πισινό της, αφήνοντας ένα μουγκρητό. Πρέπει να έπιασαν και τις άλλες, αλλά αν προφτάσω να βγω από την πόρτα, αν φτάσω αρκετά μακριά ώστε να μην μπορούν να με αποκόψουν, θα μπορέσω να κάνω κάτι. Έσπρωξε με δύναμη τη Λίαντριν μακριά από την πόρτα. Μόνο να ξεφύγω από την αποκοπή και θα...
Δέχτηκε χτυπήματα απ’ όλες τις μεριές, σαν να ήταν από γροθιές και ραβδιά, που έπεφταν πάνω της βροχή. Ούτε η Λίαντριν είχε σηκώσει το χέρι της, καθώς το αίμα έτρεχε στάλα-στάλα από την άκρη του στόματός της, το οποίο τώρα είχε μια βλοσυρή έκφραση, ούτε η Ριάνα, που τα μαλλιά της είχαν το ίδιο χάλι με το πράσινο φόρεμά της. Η Νυνάβε ένιωσε τις ροές του Αέρα να υφαίνονται ολόγυρά της, ακριβώς όπως ένιωθε και τα ίδια τα χτυπήματα. Ακόμα πάλευε να φτάσει την πόρτα, αλλά συνειδητοποίησε ότι είχε γονατίσει τώρα και τα αθέατα χτυπήματα δεν είχαν τελειωμό ― όλα αυτά τα αόρατα ραβδιά και οι γροθιές, που χτυπούσαν την πλάτη και το στομάχι της, το κεφάλι και τους γοφούς της, τους ώμους, τα στήθη, τα πόδια, το κεφάλι της δεν έλεγαν να σταματήσουν. Βογκώντας, έπεσε στο πλευρό και κουλουριάστηκε, έγινε μπάλα, προσπαθώντας να προφυλαχτεί. Αχ, Φως μου, προσπάθησα. Εγκουέν! Ηλαίην! Δεν θα φωνάξω! Που να καείτε, σκοτώστε με στο ξύλο, αλλά δεν θα φωνάξω!