Τα χτυπήματα σταμάτησαν, αλλά η Νυνάβε δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει. Ένιωθε μελανιασμένη και καταχτυπημένη, από την κορφή ως τα νύχια.
Η Λίαντριν γονάτισε πλάι της, με τα χέρια γύρω από τα γόνατά της, με το μετάξι να θροΐζει πάνω σε μετάξι. Είχε σκουπίσει το αίμα από το στόμα της. Τα μαύρα μάτια της είχαν ένα σκληρό βλέμμα και τώρα το πρόσωπό της δεν έδειχνε ίχνος κεφιού. «Ίσως να είσαι τόσο ανόητη, που να μην καταλαβαίνεις πότε ηττήθηκες, αδέσποτη. Πολέμησες σχεδόν εξίσου άγρια με την άλλη ανόητη, εκείνη την Εγκουέν. Παραλίγο να τρελαινόταν. Όλες πρέπει να μάθετε να υποτάσσεστε. Όλες θα μάθετε να υποτάσσεστε».
Η Νυνάβε ρίγησε και ανοίχτηκε πάλι προς το σαϊντάρ. Όχι ότι είχε πραγματικά κάποια ελπίδα, αλλά κάτι έπρεπε να κάνει. Πεισματικά, μέσα στον πόνο της, ανοίχτηκε... και έπεσε σε εκείνο τον αόρατο φραγμό. Τώρα, τα μάτια της Λίαντριν έδειχναν πάλι ότι το διασκέδαζε, με τη σκοτεινή απόλαυση ενός απαίσιου παιδιού, που ξεριζώνει τα φτερά από μύγες.
«Αυτήν, πάντως, δεν τη χρειαζόμαστε», είπε η Ριάνα, δίπλα από την Αϊλχουίν. «Θα σταματήσω την καρδιά της». Τα μάτια της Αϊλχουίν γούρλωσαν τόσο, που έμοιαζαν έτοιμα να πεταχτούν από το κρανίο της.
«Όχι!» Οι κοντές, μελιές κοτσίδες της Λίαντριν τινάχτηκαν καθώς γυρνούσε απότομα το κεφάλι. «Πάντα σπεύδεις να σκοτώσεις και μονάχα ο Μέγας Άρχοντας μπορεί να χρησιμοποιήσει τους νεκρούς». Χαμογέλασε προς τη γυναίκα, που ήταν δεμένη στην καρέκλα με αόρατα δεσμά. «Είδες τους στρατιώτες που ήρθαν μαζί εμάς, γριά. Ξέρεις ποιος μας περιμένει στο Δάκρυ. Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον δεν θα χαρεί, αν μιλήσεις γι’ αυτά που έγιναν σήμερα στο σπίτι σου. Αν κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, θα ζήσεις, ίσως για να τον υπηρετήσεις ξανά κάποια άλλη μέρα. Αν μιλήσεις, θα υπηρετήσεις μονάχα τον Μέγα Άρχοντα του Σκότους, από τον τάφο σου. Τι διαλέγεις;»
Ξαφνικά, η Αϊλχουίν μπορούσε να κουνήσει το κεφάλι της. Τίναξε τις γκρίζες μπούκλες της, ανοιγοκλείνοντας το στόμα. «Θα... θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό», είπε αποθαρρυμένη και μετά κοίταξε τη Νυνάβε με μια έκφραση ντροπής και αμηχανίας. «Τι καλό θα μπορούσε να βγει με το να μιλήσω; Ένας Υψηλός Άρχοντας μπορεί να ζητήσει το κεφάλι μου υψώνοντας το φρύδι. Πώς να σε βοηθήσω, κορίτσι μου; Γίνεται;»
«Δεν πειράζει», είπε κουρασμένα η Νυνάβε. Σε ποιον θα μπορούσε να μιλήσει; Θα τη σκότωναν, αυτό είναι όλο. «Ξέρω ότι θα βοηθούσες, αν μπορούσες». Η Ριάνα έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. Η Αϊλχουίν καμπούριασε τους ώμους, έχοντας απελευθερωθεί από τα δεσμά, αλλά έμεινε εκεί καθισμένη, με το βλέμμα κατεβασμένο στα χέρια, που είχε ακουμπισμένα στα πόδια της.
Η Λίαντριν και η Ριάνα μαζί σήκωσαν όρθια τη Νυνάβε και την έσπρωξαν προς το μπροστινό μέρος του σπιτιού. «Αν κάνεις την παραμικρή φασαρία», είπε η μελαχρινή γυναίκα με σκληρή φωνή, «θα σε βάλω να γδάρεις εσύ η ίδια όλο σου το κορμί και να χορέψεις με τα κόκαλά σου».
Η Νυνάβε παραλίγο να γελάσει. Τι φασαρία να κάνω; Την είχαν αποκόψει από την Αληθινή Πηγή. Οι πληγές της την πονούσαν τόσο πολύ, που μετά δυσκολίας στεκόταν όρθια. Ό,τι κι αν έκανε, θα το αντιμετώπιζαν σαν ξέσπασμα μικρού παιδιού. Όμως, οι πληγές μου θα γιατρευτούν και κάποια στιγμή θα κάνετε το λάθος! Και τότε...
Στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού υπήρχαν κι άλλοι. Δύο ψηλοί στρατιώτες με γεισωτά, στρογγυλά κράνη και αστραφτερούς, ελασμάτινους θώρακες, πάνω από κόκκινα σακάκια με φουσκωτά μανίκια. Οι δύο άντρες είχαν ιδρωμένα πρόσωπα και τα μαύρα μάτια τους κοιτούσαν πέρα-δώθε, σαν να φοβούνταν και οι ίδιοι όσο και η Νυνάβε. Ήταν εκεί και η Αμίκο Ναγκογίν, λεπτή και ομορφούλα, με μακρύ λαιμό και χλωμή επιδερμίδα, που έμοιαζε αθώα, σαν κοριτσάκι που μάζευε λουλούδια. Η Τζόγια Μπύιρ είχε φιλικό πρόσωπο, παρά την ατάραχη, γαλήνια όψη μιας γυναίκας που δούλευε χρόνια με τη Δύναμη ― σχεδόν πρόσωπο γιαγιάς, αν έκρινες από την έκφραση με την οποία καλωσόρισε τη Νυνάβε, παρ’ όλο που η ηλικία της δεν είχε στολίσει με γκρίζο τα μαύρα μαλλιά της, ούτε είχε ρυτιδώσει την επιδερμίδα της. Τα γκρίζα μάτια της έμοιαζαν με μάτια μητριάς σε παραμύθι, της μητριάς εκείνης που σκότωνε τα παιδιά της πρώτης συζύγου του άντρα της. Και οι δύο γυναίκες έλαμπαν από τη Δύναμη.
Η Ηλαίην στεκόταν ανάμεσα στις δύο Μαύρες αδελφές. Είχε ένα μωλωπισμένο μάτι, πρησμένο μάγουλο, σχισμένο χείλος και ένα μανίκι του φορέματός της σχισμένο από τη μέση και κάτω. «Συγγνώμη, Νυνάβε», είπε με χοντρή φωνή, σαν να την πονούσε το σαγόνι της. «Τις είδαμε την τελευταία στιγμή».