Η Εγκουέν κείτονταν κουλουριασμένη στο πάτωμα, με πρόσωπο πρησμένο και μελανιασμένο, σχεδόν αγνώριστο. Καθώς έμπαιναν μέσα η Νυνάβε και η συνοδεία της, ένας από τους μεγαλόσωμους στρατιώτες έριξε την Εγκουέν στον ώμο του. Εκείνη κρεμάστηκε εκεί χαλαρά, σαν μισοάδειο σακί με κριθάρι.
«Τι της κάνατε;» απαίτησε να μάθει η Νυνάβε. «Που να καείτε, τι-!» Κάτι αθέατο τη χτύπησε στο στόμα, τόσο δυνατά, που για μια στιγμή τα μάτια της θόλωσαν.
«Έλα τώρα», είπε η Τζόγια Μπύιρ με ένα χαμόγελο που ερχόταν σε αντίθεση με την έκφραση των ματιών της. «Δεν ανέχομαι απαιτήσεις, ούτε άσχημα λογάκια». Και μιλούσε, μάλιστα, σαν γιαγιά. «Θα μιλάς μόνο όταν σου απευθύνουν το λόγο».
«Δεν σου είπα ότι η κοπέλα δεν σταματούσε να πολεμά;» είπε η Λίαντριν. «Αυτό να σου γίνει μάθημα. Αν πας να κάνεις φασαρία, δεν θα σου φερθούμε πιο τρυφερά».
Η Νυνάβε ήθελε να κάνει κάτι για την Εγκουέν, αλλά άφησε να τη σπρώξουν μέχρι έξω, στο δρόμο. Τις ανάγκασε να τη σπρώξουν ήταν ένας μικρός τρόπος να αντιδράσει, να αρνηθεί να συνεργαστεί, αλλά προς το παρόν δεν είχε τίποτα παραπάνω.
Στο λασπωμένο δρόμο υπήρχε ελάχιστος κόσμος, λες κι όλοι είχαν αποφασίσει ότι θα ήταν καλύτερα να βρίσκονται αλλού. Οι λίγοι που ήταν εκεί περνούσαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, δίχως να ρίχνουν ούτε ματιά στην αστραφτερή, μαύρη άμαξα, που στεκόταν πίσω από έξι άσπρα άλογα με άσπρα, ψηλά φτερά στα χαλινάρια. Ένας αμαξάς, που ήταν ντυμένος σαν τους στρατιώτες, αλλά χωρίς θώρακα ή σπαθί, καθόταν στη θέση του και ένας άλλος άνοιξε την πόρτα καθώς πλησίαζαν από το σπίτι. Πριν την ανοίξει, η Νυνάβε πρόλαβε να δει το θυρεό που ήταν ζωγραφισμένος εκεί. Μια ασημένια, γαντοφορεμένη γροθιά, που κρατούσε κεραυνούς.
Υπέθεσε ότι ήταν το σήμα του Υψηλού Άρχοντα Σάμον -πρέπει να είναι Σκοτεινόφιλος, αφού έχει πάρε-δώσει με το Μαύρο Άτζα. Το Φως να τον κάψει!― αλλά περισσότερο τράβηξε την προσοχή της ο άντρας, που γονάτισε στη λάσπη όταν εμφανίστηκαν. «Που να καείς, Σάνταρ, γιατί —;» Έκανε ένα πηδηματάκι όταν ένιωσε κάτι σαν ξύλινο ραβδί να τη χτυπά στους ώμους.
Η Τζόγια Μπύιρ χαμογέλασε επιτιμητικά και κούνησε το δάχτυλό της. «Δείξε σεβασμό, παιδί μου. Ειδάλλως, ίσως χάσεις αυτή τη γλώσσα».
Η Λίαντριν γέλασε. Έχωσε τα δάχτυλά της στα μαύρα μαλλιά του Σάνταρ και του έγειρε το κεφάλι πίσω. Εκείνος την κοίταξε με το βλέμμα ενός πιστού κυνηγόσκυλου ― ή ενός κουταβιού που περίμενε ότι θα το κλωτσήσουν. «Μην είσαι τόσο σκληρή σε αυτό τον άνθρωπο». Κατάφερε να κάνει τη λέξη «άνθρωπος» να ακουστεί σαν «σκύλος». «Αναγκαστήκαμε να τον... πείσουμε... να υπηρετήσει. Αλλά είμαι καλή στο να πείθω, έτσι δεν είναι;» Γέλασε πάλι.
Ο Σάνταρ κοίταξε μπερδεμένος τη Νυνάβε. «Έπρεπε να το κάνω, κυρά Μαρυίμ. Έπρεπε...» Η Λίαντριν έστριψε τα μαλλιά του και το βλέμμα του στράφηκε πάλι σε αυτήν ― το βλέμμα ενός αναστατωμένου λαγωνικού.
Φως μου! σκέφτηκε η Νυνάβε. Τι τον έκαναν; Τι θα κάνουν σε εμάς;
Έριξαν όπως-όπως τη Νυνάβε και την Ηλαίην στην άμαξα, με την Εγκουέν σωριασμένη ανάμεσα στις δυο τους και το κεφάλι της να κουνιέται χαλαρά, ενώ η Λίαντριν και η Ριάνα ανέβηκαν και κάθισαν στις θέσεις που ήταν στραμμένες προς τα μπρος. Ακόμα τις έζωνε η λάμψη του σαϊντάρ. Η Νυνάβε, προς το παρόν, δεν νοιαζόταν να μάθει πού θα πήγαιναν οι άλλοι. Ήθελε να πλησιάσει την Εγκουέν, να την αγγίξει, να καταπραΰνει τις πληγές της, αλλά δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε ένα μυ κάτω από το λαιμό, παρά μόνο για να σπαρταρίσει. Και τις τρεις τις έδεναν ροές Αέρα, σαν στρώματα από κουβέρτες τυλιγμένες σφιχτά γύρω τους. Η άμαξα ξεκίνησε και κλυδωνίστηκε απότομα στη λάσπη, παρά τους δερμάτινους απορροφητήρες κραδασμών.
«Αν της κάνατε κακό...» Φως μου, αφού βλέπω ότι της έκαναν κακό. Γιατί δεν λέω αυτό που εννοώ; Αλλά όσο δύσκολο θα ήταν να κουνήσει το χέρι, εξίσου δύσκολο ήταν να βγάλει τα λόγια από το στόμα της. «Αν τη σκοτώσατε, δεν θα ησυχάσω μέχρι να σας κυνηγήσουν όλες, σαν άγρια σκυλιά».
Η Ριάνα την αγριοκοίταξε, αλλά η Λίαντριν απλώς ξεφύσησε. «Μην είσαι εντελώς χαζή, αδέσποτη. Σας θέλουν ζωντανές. Δεν πιάνεις τίποτα με ψόφιο δόλωμα».
Δόλωμα; Για τι; Για ποιον; «Εσύ είσαι η χαζή, Λίαντριν! Νομίζεις ότι είμαστε μονάχες εδώ πέρα; Μόνο τρεις, ούτε καν πλήρεις Άες Σεντάι; Είμαστε δόλωμα, Λίαντριν. Και πιάστηκες στο δόκανο, σαν παχιά χήνα».
«Μην της τα λες!» είπε απότομα η Ηλαίην και η Νυνάβε ανοιγόκλεισε τα μάτια, μέχρι να καταλάβει ότι η Ηλαίην τη βοηθούσε σε αυτό που είχε μηχανευτεί. «Αν αφήσεις το θυμό να σε παρασύρει, θα πεις αυτό που δεν πρέπει να ακούσουν. Πρέπει να μας πάρουν μέσα στην Πέτρα. Πρέπει —»
«Κλείσε το στόμα σου!» την έκοψε η Νυνάβε. «Εσύ πρέπει να βάλεις χαλινάρι στη γλώσσα!» Η Ηλαίην κατάφερε να πάρει μια συντετριμμένη έκφραση κάτω από τους μώλωπες της. Άσ’ τες να τα κλωθογυρίσουν όλα αυτά στο νου τους, σκέφτηκε η Νυνάβε.