Η Λίαντριν, όμως, απλώς χαμογέλασε. «Όταν παίξετε το ρόλο σας, σαν δόλωμα, μετά θα μας τα πείτε όλα. Θα το ζητάτε. Λένε ότι κάποια μέρα θα γίνεις πολύ δυνατή, αλλά εγώ θα φροντίσω να με υπακούς για πάντα, πριν ακόμα ο Μέγας Άρχοντας Μπε’λάλ κάνει αυτό που σχεδιάζει για σένα. Φέρνει Μυρντράαλ. Δεκατρείς». Τα μπουμπουκίσια χείλη γέλασαν με αυτές τις τελευταίες λέξεις.
Η Νυνάβε ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Ένας Αποδιωγμένος! Το μυαλό της μούδιασε από την κατάπληξη. Ο Σκοτεινός και όλοι οι Αποδιωγμένοι είναι δεσμευμένοι στο Σάγιολ Γκουλ, τους δέσμευσε ο Δημιουργός τη στιγμή της δημιουργίας. Αλλά η κατήχηση δεν τη βοήθησε· ήξερε πολύ καλά ότι, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, δεν ήταν αληθινή. Κι έπειτα συνειδητοποίησε και τα υπόλοιπα. Δεκατρείς Μυρντράαλ. Και δεκατρείς αδελφές του Μαύρου Άτζα. Άκουσε την Ηλαίην να ουρλιάζει, πριν καταλάβει ότι ούρλιαζε και η ίδια, ενώ χτυπιόταν δίχως να καταφέρνει τίποτα σε εκείνα τα αόρατα δεσμά του Αέρα. Ήταν αδύνατο να πει τι ήταν ηχηρότερο, οι κραυγές της απελπισίας τους, ή τα γέλια της Λίαντριν και της Ριάνα.
52
Αναζητώντας Γιατρειά
Ο Ματ, όπως καθόταν καμπουριασμένος σε ένα σκαμνί στο δωμάτιο του βάρδου, έκανε μια γκριμάτσα καθώς ο Θομ έβηχε ξανά. Πώς θα συνεχίσουμε το ψάξιμο, αν είναι τόσο άρρωστος που ούτε να περπατήσει δεν μπορεί; Ντράπηκε αμέσως μόλις το σκέφτηκε. Ο Θομ είχε επιδείξει την ίδια επιμονή με τον Ματ όσο έψαχναν και πίεζε τον εαυτό του μέρα και νύχτα, ενώ σίγουρα καταλάβαινε ότι τον τριγύριζε η αρρώστια. Ο Ματ ήταν τόσο απορροφημένος στο κυνήγι, που δεν έδινε σημασία στο βήχα του Θομ. Η αλλαγή από τη διαρκή βροχή σε αυτή την υγρή ζέστη δεν είχε βοηθήσει καθόλου.
«Έλα τώρα, Θομ», είπε. «Ο Λόπαρ λέει ότι υπάρχει μια Σοφή Γυναίκα εδώ κοντά. Έτσι λένε τις Σοφίες εδώ ― Σοφές Γυναίκες. Δεν θα της άρεσε αυτό της Νυνάβε;»
«Δεν θέλω... να μου χύσουν στο λαρύγγι... αυτά τα αηδιαστικά... παρασκευάσματα, μικρέ». Ο Θομ κόλλησε τη γροθιά στα μουστάκια του, σε μια μάταια προσπάθεια να πνίξει το βήχα. «Εσύ τράβα να ψάξεις. Μόνο άσε με... λίγες ώρες... στο κρεβάτι... και μετά έρχομαι μαζί σου». Ο βραχνός βήχας τον έκανε να διπλωθεί στα δύο και το κεφάλι του έφτασε σχεδόν στα γόνατά του.
«Δηλαδή εγώ πρέπει να κάνω όλη τη δουλειά, ενώ εσύ θα αράζεις εδώ πέρα;» είπε με ανάλαφρο τόνο ο Ματ. «Πώς να βρω κάτι χωρίς εσένα; Απ’ αυτά που ακούμε, τα πιο πολλά τα μαθαίνεις του». Αυτό δεν ήταν πέρα για πέρα αληθινό· οι άνθρωποι μιλούσαν ελεύθερα, τόσο στα ζάρια όσο και όταν κερνούσαν ποτό ένα βάρδο. Πιο δύσκολα, μάλιστα, σε ένα βάρδο που έβηχε τόσο πολύ, αφού φοβούνταν μήπως τους κολλήσει τίποτα. Αλλά ο Ματ σκεφτόταν πια ότι ο βήχας του Θομ δεν θα έφευγε από μόνος του. Αν μου πεθάνει ο γερο-τράγος, με ποιον θα παίζω λίθους; σκέφτηκε βιαστικά. «Εν πάση περιπτώσει, ο βήχας σου δεν με αφήνει να κοιμηθώ ούτε και στο διπλανό δωμάτιο».
Μη δίνοντας σημασία στις διαμαρτυρίες του ασπρομάλλη, τον σήκωσε όρθιο. Έμεινε κατάπληκτος όταν κατάλαβε ότι έπρεπε να τον βαστάξει γερά, αλλιώς δεν θα στεκόταν μόνος του. Παρά την κάψα, ο Θομ επέμεινε να φορέσει τον όλο μπαλώματα μανδύα του. Ο Ματ είχε ξεκουμπώσει μέχρι κάτω το δικό του σακάκι και τα τρία όλα κι όλα κουμπιά του πουκάμισού του, αλλά άφησε το γερο-τράγο να κάνει του κεφαλιού του. Στην κοινή αίθουσα δεν τους κοίταξαν καν, καθώς ο Ματ έβγαζε σχεδόν σηκωτό τον Θομ έξω, στο αποπνικτικό απόγευμα.
Ο πανδοχέας είχε δώσει απλές οδηγίες, αλλά όταν έφτασαν στην πύλη και αντίκρισαν τη λάσπη του Μάουλε, ο Ματ παραλίγο να γυρίσει πίσω για να ρωτήσει για άλλη Σοφή Γυναίκα. Σε μια πόλη τέτοιου μεγέθους, σίγουρα δεν θα υπήρχε μόνο μία. Ο τραχύς ήχος από τα πνευμόνια του Θομ τον έκανε να πάρει μια απόφαση. Με μια γκριμάτσα, ο Ματ πάτησε στη λάσπη, μισοκουβαλώντας το βάρδο.
Από τις οδηγίες που είχε πάρει, του φαινόταν ότι πρέπει να είχαν προσπεράσει το σπίτι της Σοφής Γυναίκας καθώς έρχονταν από το μόλο εκείνη τη νύχτα και όταν είδε το μακρύ, στενό σπίτι, με τα βότανα να κρέμονται σε ματσάκια από τα παράθυρα, δίπλα στο μαγαζί ενός αγγειοπλάστη, το θυμήθηκε. Ο Λόπαρ είχε πει ότι έπρεπε να πάει από την πίσω πόρτα, αλλά είχε μπουχτίσει τη λάσπη.
Και την ψαρίλα, σκέφτηκε, κοιτώντας συνοφρυωμένος τους ξυπόλητους άντρες, που τον προσπερνούσαν με καλάθια στις πλάτες. Στο δρόμο υπήρχαν, επίσης, αχνάρια αλόγων, που μόλις είχαν αρχίσει να χάνονται κάτω τα πόδια των περαστικών και τους τροχούς από τις βοϊδάμαξες. Άλογα που έσερναν κάρο, ή ίσως άμαξα. Στο Δάκρυ είχε δει μόνο βόδια να σέρνουν κάρα και άμαξες με εμπορεύματα —οι ευγενείς και οι έμποροι ήταν περήφανοι για τα άλογα ράτσας που είχαν και δεν τα έβαζαν ποτέ να δουλέψουν — αλλά από τότε που είχε βγει από την περιτειχισμένη πόλη, δεν είχε δει άμαξες με επιβάτες.