Διώχνοντας από το νου του τα άλογα και τα ίχνη από τις ρόδες, πήγε τον Θομ στην μπροστινή πόρτα και χτύπησε. Ύστερα από λίγη ώρα, χτύπησε και δεύτερη φορά. Και ύστερα τρίτη.
Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να επιστρέψει στη Λευκή Ημισέληνο, παρά τον Θομ που έβηχε στον ώμο του, όταν άκουσε συρτά βήματα από μέσα.
Η πόρτα άνοιξε μια χαραμάδα μονάχα και μια γεροδεμένη, γκριζομάλλα γυναίκα κοίταξε έξω. «Τι θέλετε;» ρώτησε κουρασμένα.
Ο Ματ φόρεσε το πιο λαμπερό χαμόγελό του. Φως μου, βαρέθηκα όλο αυτό τον κόσμο, που κάνει λες και δεν υπάρχει ελπίδα. «Μητέρα Γκουένα; Το όνομά μου είναι Ματ Κώθον. Ο Κάβαν Λόπαρ μου είπε ότι ίσως κάνεις κάτι για το βήχα του φίλου μου. Μπορώ να σε πληρώσω καλά».
Εκείνη τους μελέτησε με το βλέμμα για μια στιγμή, διέκρινε τη βραχνή ανάσα του Θομ και μετά αναστέναξε. «Ε, αυτό, τουλάχιστον, νομίζω ότι μπορώ να το κάνω ακόμα και τώρα. Για περάστε μέσα». Άνοιξε την πόρτα και κίνησε για το πίσω μέρος του σπιτιού, πριν καν σαλέψει ο Ματ.
Η προφορά της έμοιαζε τόσο με την προφορά της Άμερλιν που ο Ματ ανατρίχιασε, αλλά την ακολούθησε, σχεδόν κουβαλώντας τον Θομ.
«Δεν το... χρειάζομαι αυτό», είπε βραχνά ο βάρδος. «Τα άτιμα ροφήματα... πάντα έχουν γεύση... κοπριάς!»
«Σκάσε, Θομ».
Η γεροδεμένη γυναίκα τους οδήγησε στην κουζίνα και έψαξε σε ένα ντουλάπι, βγάζοντας μικρά, πέτρινα βαζάκια και πακετάκια με βότανα, ενώ μουρμούριζε μόνη της.
Ο Ματ άφησε τον Θομ σε μια καρέκλα με ψηλή ράχη και έριξε μια ματιά από το κοντινότερο παράθυρο. Εκεί πίσω ήταν δεμένα τρία καλά άλογα· ξαφνιάστηκε που η Σοφή Γυναίκα είχε παραπάνω από ένα, ή που είχε καν άλογο δηλαδή. Ο Ματ δεν είχε δει κανέναν να ιππεύει στο Δάκρυ, εκτός από τους ευγενείς και τους εύπορους και αυτά τα ζώα έμοιαζαν να έχουν κοστίσει αρκετό ασήμι. Πάλι άλογα. Δεν με νοιάζουν τώρα τα παλιάλογα!
Η Μητέρα Γκουένα έβρασε ένα είδος δυνατού τσαγιού, που είχε μια δριμεία μυρωδιά και ανάγκασε τον Θομ να το πιει, κρατώντας του τη μύτη όταν αυτός έκανε να παραπονεθεί. Κρίνοντας από τον τρόπο που τον πότιζε το μαύρο υγρό με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε το κεφάλι του βάρδου σταθερά στη γωνία του αγκώνα της, παρά τις έντονες προσπάθειες του Θομ να τη σταματήσει, ο Ματ συμπέρανε ότι ήταν γεροδεμένη κι όχι παχιά, όπως του είχε φανεί αρχικά.
Όταν πήρε το φλιτζάνι, ο Θομ άρχισε να βήχει και να σκουπίζει το στόμα του εξίσου σθεναρά. «Φτου! Κυρά... δεν ξέρω... αν ήθελες να με πνίξεις... ή να με σκοτώσεις... από τη γεύση! Θα έπρεπε... να γινόσουν... σιδεράς!»
«Θα το πίνεις δυο φορές τη μέρα, μέχρι να φύγει ο βήχας», είπε αυτή με σταθερό τόνο. «Κι έχω ένα κατάπλασμα, το οποίο θα βάζεις στο στήθος κάθε βράδυ». Ένα μέρος της κούρασης έφυγε από τη φωνή της καθώς αντιμετώπιζε το βάρδο, με τις γροθιές στους γοφούς. «Αυτό το κατάπλασμα είναι χειρότερο από το τσάι, αλλά θα το τρίβεις πάνω σου —με προσοχή!― αλλιώς θα σε ανεβάσω πάνω, σαν κοκαλιάρη κυπρίνο στο δίχτυ και θα σε δέσω στο κρεβάτι με το μανδύα σου! Δεν μου έχει ξανάρθει βάρδος και δεν θα αφήσω τον πρώτο μου να πεθάνει από το βήχα».
Ο Θομ την αγριοκοίταξε και φύσηξε το μουστάκι του ενώ έβηχε, αλλά φάνηκε να παίρνει την απειλή στα σοβαρά. Ή, τουλάχιστον, δεν είπε τίποτα, αλλά φάνηκε σαν να ήθελε να της πετάξει στα μούτρα το τσάι και το κατάπλασμα.
Όσο περισσότερο μιλούσε αυτή η Μητέρα Γκουένα, τόσο περισσότερο του Ματ του φαινόταν ότι άκουγε την Άμερλιν. Από την ξινή έκφραση του Θομ και από το σταθερό βλέμμα της, αποφάσισε ότι το καλύτερο θα ήταν να ηρεμήσει λίγο την κατάσταση, πριν ο βάρδος αρνηθεί να πάρει τα φάρμακα της. Και πριν αυτή αποφασίσει να τον αναγκάσει να τα πάρει διά της βίας. «Ήξερα μια γυναίκα κάποτε, που μιλούσε σαν και σένα», είπε. «Όλο έλεγε για ψάρια και δίχτυα και άλλα τέτοια. Και η λαλιά της ήταν σαν τη δική σου. Εννοώ, είχε ίδια προφορά. Φαντάζομαι ότι είναι Δακρινή».
«Μπορεί». Η γκριζομάλλα γυναίκα ξαφνικά φάνηκε πάλι κουρασμένη και το βλέμμα της στράφηκε στο πάτωμα. «Κι εγώ είχα γνωρίσει κάποιες κοπέλες με τη δική σου λαλιά στη γλώσσα τους. Ή, τουλάχιστον, οι δυο μιλούσαν έτσι». Βαριαναστέναξε.
Ο Ματ ένιωσε τις τρίχες του κεφαλιού του να σηκώνονται όρθιες. Δεν μπορεί να είναι τόσο καλή η τύχη μου. Αλλά δεν θα στοιχημάτιζε ούτε ένα χάλκινο νόμισμα ότι δύο άλλες γυναίκες με προφορά των Δύο Ποταμών είχε τύχει, έτσι απλά, να είναι στο Δάκρυ. «Τρεις κοπέλες; Νεαρές; Που τις έλεγαν Εγκουέν, Νυνάβε και Ηλαίην; Που η μια έχει μαλλιά σαν τον ήλιο και είναι γαλανομάτα;»