Εκείνη τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Δεν είναι αυτά τα ονόματα που μου έδωσαν», είπε αργά, «αλλά υποψιάστηκα ότι δεν μου είπαν τα αληθινά τους. Θα είχαν τους λόγους τους, σκέφτηκα. Η μια ήταν μια ομορφούλα με λαμπερά, γαλανά μάτια και κοκκινόχρυσα μαλλιά, ως τους ώμους». Περιέγραψε τη Νυνάβε με την πλεξούδα ως τη μέση και την Εγκουέν με τα μεγάλα, μαύρα μάτια της και το αυθόρμητο χαμόγελο. Τρεις όμορφες γυναίκες, όσο πιο διαφορετικές γινόταν να είναι η μια από την άλλη. «Βλέπω ότι είναι αυτές που ξέρεις», κατέληξε η γκριζομάλλα. «Λυπάμαι, μικρέ».
«Γιατί λυπάσαι; Μέρες προσπαθώ να τις βρω!» Φως μου, αυτό το μέρος το προσπέρασα την πρώτη νύχτα! Δίπλα τους πέρασα! Ήθελα το τυχαίο. Τι πιο τυχαίο από το μέρος που δένει ένα πλοίο μια βροχερή νύχτα και το μέρος που τυχαίνει να κοιτάξεις τη στιγμή που αστράφτει; Που να καώ! Να καώ! «Πες μου πού είναι, Μητέρα Γκουένα».
Η γκριζομάλλα γυναίκα κοίταξε κουρασμένα το φούρνο, πάνω στον οποίο έβραζε το τσαγερό της. Ανοιγόκλεισε το στόμα, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Πού βρίσκονται;» απαίτησε να μάθει ο Ματ. «Είναι σημαντικό! Κινδυνεύουν, αν δεν τις βρω».
«Δεν καταλαβαίνεις», του είπε αυτή απαλά. «Είσαι ξενομερίτης. Οι Υψηλοί Άρχοντες...»
«Δεν με νοιάζουν οι —» Ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταξε τον Θομ. Ο βάρδος έμοιαζε να σμίγει τα φρύδια, αλλά έβηχε τόσο δυνατά, που ο Ματ δεν ήταν σίγουρος. «Τι σχέση έχουν οι Υψηλοί Άρχοντες με τις φίλες μου;»
«Μα, δεν —»
«Μη μου πεις ότι δεν καταλαβαίνω! Θα πληρώσω γι’ αυτή την πληροφορία!»
Η Μητέρα Γκουένα του έριξε ένα άγριο βλέμμα. «Δεν παίρνω λεφτά για...!» Έκανε μια έντονη γκριμάτσα. «Με ρωτάς να σου πω πράγματα για τα οποία μου είπαν να μη μιλήσω. Ξέρεις τι θα πάθω, αν σου πω και ξεστομίσεις το όνομά μου; Κατ’ αρχάς, θα χάσω τη γλώσσα μου. Έπειτα, θα χάσω άλλα μέλη του σώματός μου, πριν οι Υψηλοί Άρχοντες πάρουν ό,τι θα έχει απομείνει για να το κρεμάσουν έτσι που να ουρλιάζει τις τελευταίες ώρες του, σαν υπενθύμιση στους άλλους να υπακούνε. Και όλα αυτά δεν θα βοηθήσουν στο παραμικρό τις κοπέλες, ούτε αν σου πω, ούτε αν πεθάνω!»
«Υπόσχομαι ότι δεν θα αναφέρω ποτέ το όνομά σου σε κανέναν. Το ορκίζομαι». Και θα τηρήσω αυτό τον όρκο, γριά, αρκεί να μου πεις πού βρίσκονται! «Σε παρακαλώ! Κινδυνεύουν».
Εκείνη τον εξέτασε με το βλέμμα πολλή ώρα· στο τέλος, ο Ματ είχε την αίσθηση ότι τον ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά. «Με αυτό τον όρκο, θα σου πω. Τις... συμπάθησα. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ήρθες αργά, Μάτριμ Κώθον. Τρεις ώρες αργά. Τις πήραν στην Πέτρα. Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον έστειλε να του τις φέρουν». Κούνησε το κεφάλι, ανήσυχη και σαστισμένη. «Έστειλε... γυναίκες που... μπορούν να διαβιβάζουν. Εγώ, προσωπικά, δεν έχω τίποτα με τις Άες Σεντάι, αλλά αυτό είναι παραβίαση του νόμου. Του νόμου που έκαναν οι Υψηλοί Άρχοντες. Ας πατήσουν όποιο νόμο θέλουν, αλλά όχι αυτόν. Γιατί άραγε ένας Υψηλός Άρχοντας να στέλνει Άες Σεντάι για να κάνουν τα θελήματά του; Γιατί άραγε να θέλει αυτές τις τρεις κοπέλες;»
Ο Ματ παραλίγο να βάλει τα γέλια. «Άες Σεντάι; Μητέρα Γκουένα, σχεδόν μου έκοψες τη χολή και την καρδιά. Αν ήρθαν Άες Σεντάι να τις πάρουν, τότε μη σκας για τίποτα. Και οι τρεις θα γίνουν κάποτε και οι ίδιες Άες Σεντάι. Δεν λέω ότι είναι κάτι που μου αρέσει, αλλά αυτό είναι που —» Το χαμόγελό του έσβησε όταν είδε πόσο κουρασμένα κουνούσε το κεφάλι της.
«Μικρέ, αυτά τα κορίτσια πάλεψαν σαν λιονταρόψαρα στο δίχτυ. Είτε θέλουν να γίνουν Άες Σεντάι είτε όχι, αυτές που ήρθαν να τις πάρουν τους φέρθηκαν σαν ξερατό. Οι φίλοι δεν σου κάνουν τέτοιες μελανάδες».
Ένιωσε το στόμα του να τρεμουλιάζει. Οι Άες Σεντάι τις πλήγωσαν; Τι στο Φως; Η παλιο-Πέτρα. Μπροστά της, το Παλάτι τον Κάεμλυν είναι σαν να μπαίνεις σε αχυρώνα. Που να καώ! Στεκόμουν ακριβώς απ’ έξω, μέσα στη βροχή και κοίταζα αυτό το σπίτι! Που να καώ, τι Φωτοτυφλωμένος βλάκας που είμαι!
«Αν σπάσεις το χέρι σου», είπε η Μητέρα Γκουένα, «θα σου το δέσω και θα σου βάλω ένα κατάπλασμα, αλλά αν χαλάσεις τον τοίχο μου, θα σου γδάρω το τομάρι σαν κοκκινόψαρο!»
Εκείνος ανοιγόκλεισε τα μάτια και μετά κοίταξε το χέρι του με τις γδαρμένες αρθρώσεις. Δεν θυμόταν καν ότι είχε ρίξει γροθιά στον τοίχο.
Η γκριζομάλλα πήρε το χέρι του σφίγγοντάς το δυνατά, αλλά τα δάχτυλα με τα οποία το ψηλάφισε ήταν εξαιρετικά απαλά. «Τίποτα δεν έσπασε», γρύλισε έπειτα από λίγο. Η ματιά της ήταν εξίσου απαλή καθώς εξέταζε το πρόσωπό του. «Φαίνεται ότι νοιάζεσαι γι’ αυτές. Τουλάχιστον, για μία απ’ αυτές, φαντάζομαι. Λυπάμαι, Ματ Κώθον».
«Μη λυπάσαι», της είπε. «Τουλάχιστον, τώρα ξέρω πού βρίσκονται. Το μόνο που έχω να κάνω, είναι απλώς να τις βγάλω από κει». Ψάρεψε τις δύο τελευταίες Αντορανές χρυσές κορώνες του και τις έβαλε στο χέρι της. «Για τα φάρμακα του Θομ και που είπες για τα κορίτσια». Από μια παρόρμηση, της έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο και χαμογέλασε πλατιά. «Κι αυτό είναι για μένα».