Выбрать главу

Έκπληκτη εκείνη, άγγιξε το μάγουλό της και φάνηκε να μην ξέρει αν θα κοίταζε τα νομίσματα ή αυτόν. «Θα τις βγάλεις, λες. Έτσι απλά. Από την Πέτρα». Ξαφνικά, τον κάρφωσε στο πλευρό με το δάχτυλό της, που ήταν σκληρό σαν ξύλο. «Μου θυμίζεις τον άντρα μου, Ματ Κώθον. Ήταν ένας ξεροκέφαλος βλάκας, που δεν το είχε σε τίποτα να σαλπάρει ίσια μέσα στο μπουρίνι, γελώντας κι από πάνω. Σκέφτομαι ότι, ίσως, το καταφέρεις». Ξαφνικά, είδε τις λασπωμένες μπότες του, για πρώτη φορά, απ’ ό,τι φάνηκε. «Έξι μήνες έκανα να τον μάθω να μη φέρνει λάσπες στο σπίτι μου. Αν γλιτώσεις αυτά τα κορίτσια, εκείνη που έχεις στο μυαλό σου θα δυσκολευτεί πολύ μέχρι να σε εκπαιδεύσει, ώστε να είσαι καθαρός όταν μπαίνεις μέσα στο σπίτι».

«Είσαι η μόνη γυναίκα που θα μπορούσε να το κάνει αυτό», είπε αυτός, με ένα χαμόγελο που πλάτυνε μπροστά στο τσατισμένο βλέμμα της. Να τις βγάλω. Αυτό είναι το μόνο που έχω να κάνω. Να τις βγάλω από την Πέτρα τον βρωμο-Δακρύου. Ο Θομ έβηξε πάλι. Έτσι που είναι, δεν έρχεται στην Πέτρα. Αλλά πώς να τον εμποδίσω; «Μητέρα Γκουένα, μπορώ να αφήσω εδώ το φίλο μου; Νομίζω ότι είναι τόσο άρρωστος που δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στο πανδοχείο».

«Τι;» γάβγισε ο Θομ. Πάσχισε να σηκωθεί από την καρέκλα, βήχοντας τόσο, που δύσκολα μιλούσε. «Δεν είμαι... τόσο άρρωστος, μικρέ! Νομίζεις... ότι το να μπεις στην Πέτρα... θα είναι... σαν να μπαίνεις στην κουζίνα της μάνας σου; Νομίζεις ότι... θα φτάσεις... έστω μέχρι τις πύλες... χωρίς εμένα;» Αρπάχτηκε από τη ράχη της καρέκλας, ενώ η βραχνή ανάσα και ο βήχας τον εμπόδισαν να σηκωθεί τελείως.

Η Μητέρα Γκουένα τον ακούμπησε στον ώμο και τον έσπρωξε ξανά να καθίσει κάτω, εύκολα, σαν να ήταν παιδάκι. Ο βάρδος την κοίταξε έκπληκτος. «Θα τον περιποιηθώ εγώ, Ματ Κώθον», είπε.

«Όχι!» κραύγασε ο Θομ. «Δεν μπορείς... να μου κάνεις τέτοιο πράγμα! Δεν μπορείς... να με αφήσεις εδώ.. με αυτή την...» Το χέρι της στον ώμο του τον κράτησε για να μη διπλωθεί στα δύο από το βήχα.

Ο Ματ χαμογέλασε στον ασπρομάλλη άντρα. «Χάρηκα για τη γνωριμία, Θομ».

Βγαίνοντας με φούρια στο δρόμο, αναρωτήθηκε γιατί το είχε πει αυτό. Δεν πρόκειται να πεθάνει. Αυτή η γυναίκα θα τον κρατήσει ζωντανό, ακόμα κι αν χρειαστεί να τον σύρει από τον τάφο του, αρπάζοντάς τον από τα μουστάκια. Ναι, αλλά εμένα ποιος θα με κρατήσει ζωντανό;

Μπροστά του, η Πέτρα του Δακρύου δέσποζε πάνω από την πόλη, απόρθητη, ένα φρούριο που το είχαν πολιορκήσει εκατό φορές, μια πέτρα στην οποία εκατό στρατοί είχαν φάει τα μούτρα τους. Κι έπρεπε με κάποιον τρόπο να μπει μέσα. Και να βγάλει τρεις γυναίκες. Με κάποιον τρόπο.

Με ένα γέλιο που έκανε ακόμα και τους πιο κατσούφηδες περαστικούς να τον κοιτάξουν, κατευθύνθηκε προς τη Λευκή Ημισέληνο, αδιάφορος για τη λάσπη και την πνιγηρή ζέστη. Ένιωθε τα ζάρια να κροταλίζουν στο κεφάλι του.

53

Μια Ροή Πνεύματος

Ο Πέριν ανασήκωσε τους ώμους κάτω από το σακάκι του, καθώς επέστρεφε στο Άστρο περπατώντας στις σκιές του δειλινού. Μια ευχάριστη κούραση πότιζε τα μπράτσα και τους ώμους του· εκτός από τις πιο συνηθισμένες δουλειές, ο αφέντης Ατζάλα τον είχε βάλει να κάνει ένα μεγάλο διακοσμητικό κομμάτι, γεμάτο περίπλοκες καμπύλες και σκαλίσματα, το οποίο θα έμπαινε στην πύλη ενός άρχοντα της επαρχίας. Είχε απολαύσει το γεγονός ότι έκανε κάτι τόσο ωραίο.

«Μου φάνηκε ότι τα μάτια του θα πετάγονταν από το πρόσωπό του, σιδερά, όταν είπες ότι δεν θα το έκανες, αν ήταν για έναν Υψηλό Άρχοντα».

Κοίταξε τη Ζαρίν, που περπατούσε δίπλα του, με τις σκιές να κρύβουν το πρόσωπο της. Ακόμα και για τα μάτια του, οι σκιές ήταν εκεί, απλώς πιο αχνές απ’ όσο θα ήταν για άλλους. Τόνιζαν τα ψηλά ζυγωματικά της, απάλυναν τη δυνατή καμπύλη της μύτης της. Δεν μπορούσε να αποφασίσει γι’ αυτήν. Παρ’ όλο που η Μουαραίν και ο Λαν ακόμα επέμεναν ότι δεν έπρεπε να απομακρύνονται από το πανδοχείο, ο Πέριν ευχόταν να έβρισκε η Ζαρίν να κάνει κάτι άλλο και όχι να τον παρακολουθεί να δουλεύει. Για κάποιο λόγο, γινόταν πιο αδέξιος όποτε σκεφτόταν τα γερτά μάτια της πάνω του. Κάποιες φορές, είχε στραβοχτυπήσει το σφυρί και ο αφέντης Ατζάλα τον είχε κοιτάξει σμίγοντας τα φρύδια με απορία. Οι κοπέλες πάντα τον έκαναν να νιώθει αδέξιος, ειδικά όταν του χαμογελούσαν, αλλά η Ζαρίν δεν χρειαζόταν να χαμογελάσει. Μόνο να τον κοιτάξει. Ο Πέριν αναρωτήθηκε ξανά αν αυτή ήταν η όμορφη γυναίκα για την οποία τον είχε προειδοποιήσει η Μιν. Καλύτερα να είναι το γεράκι. Η σκέψη τον ξάφνιασε τόσο, που σκόνταψε.