«Δεν θέλω να πέσει στα χέρια Αποδιωγμένων κάτι που κάνω». Τα μάτια του έλαμψαν χρυσά καθώς την κοίταζε. «Αν ήταν για έναν Υψηλό Άρχοντα, πού ήξερα πού θα κατέληγε;» Εκείνη ανατρίχιασε. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω, Φάι... Ζαρίν».
Ένα φωτεινό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, καθώς σκεφτόταν, δίχως αμφιβολία, ότι δεν μπορούσε να τη δει. «Κάποια στιγμή θα πέσεις, χωριατόπαιδο. Σκέφτηκες να αφήσεις μούσι;»
Σαν να μη φτάνει που όλο με κοροϊδεύει, τις μισές φορές δεν την καταλαβαίνω κανί
Όταν έφτασαν στην είσοδο του πανδοχείου, τους απάντησαν εκεί η Μουαραίν και ο Λαν, που έρχονταν εκεί από την άλλη μεριά. Η Μουαραίν φορούσε το λινό μανδύα με την πλατιά, βαθιά κουκούλα, που έκρυβε το πρόσωπό της. Το φως από τα παράθυρα της κοινής αίθουσας σχημάτιζε κίτρινες λιμνούλες στο λιθόστρωτο. Δυο-τρία κάρα πέρασαν κάνοντας φασαρία και ολόγυρα φαίνονταν καμιά δεκαριά άνθρωποι, που γυρνούσαν βιαστικά στο σπίτι για το δείπνο, αλλά ως επί το πλείστον οι σκιές γέμιζαν το δρόμο. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική.
«Ο Ραντ είναι στο Δάκρυ». Η ψύχραιμη φωνή της Άες Σεντάι ακούστηκε από τα βάθη της κουκούλας, σαν να έβγαινε από σπήλαιο.
«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε ο Πέριν. «Δεν άκουσα να συμβαίνει κάτι παράξενο. Ούτε γάμοι, ούτε πηγάδια να στερεύουν». Είδε τη Ζαρίν να σμίγει τα φρύδια μπερδεμένη. Η Μουαραίν δεν μιλούσε ελεύθερα όταν ήταν μαζί τους, ούτε κι αυτός. Πιο δύσκολο, όμως, ήταν να χαλιναγωγήσουν τη γλώσσα του Λόιαλ.
«Δεν ακούς τις φήμες, σιδερά;» είπε ο Πρόμαχος. «Έγιναν γάμοι, τόσο τις τέσσερις τελευταίες μέρες όσο και το τελευταίο εξάμηνο. Και όσοι φόνοι γίνονται κανονικά σε ένα ολόκληρο χρόνο. Ένα μικρό κοριτσάκι έπεσε σήμερα από τη βεράντα ενός πύργου. Εκατό βήματα ίσια κάτω, στο πλακόστρωτο. Σηκώθηκε και έτρεξε στη μητέρα του, χωρίς καν μια μελανάδα. Η Πρώτη του Μαγιέν, που είναι «φιλοξενούμενη» στην Πέτρα από πριν το χειμώνα, ανακοίνωσε σήμερα ότι θα υποταχτεί στη θέληση των Υψηλών Αρχόντων, ενώ χθες είχε πει ότι θα προτιμούσε να δει το Μαγιέν και όλα του τα πλοία να καίγονται, πριν πατήσει το πόδι του στην πόλη έστω κι ένας επαρχιακός άρχοντας του Δακρύου. Δεν είχαν το θάρρος να τη βασανίσουν κι αυτή η γυναίκα έχει σιδερένια θέληση, άρα πες μου εσύ αν, κατά τη γνώμη σου, είναι έργο του Ραντ. Σιδερά, από την κορφή ως τον πάτο, το Δάκρυ κοχλάζει σαν τσουκάλι».
«Δεν είχα ανάγκη αυτά τα πράγματα για να μου το πουν», είπε η Μουαραίν. «Πέριν, ονειρεύτηκες τον Ραντ χθες το βράδυ;»
«Ναι», παραδέχτηκε αυτός. «Ήταν στην Καρδιά της Πέτρας, κρατώντας εκείνο το σπαθί» —ένιωσε τη Ζαρίν να τινάζεται πλάι του― «αλλά ανησυχώ τόσο γι’ αυτό, που δεν είναι παράξενο που το ονειρεύτηκα. Όλο εφιάλτες έβλεπα χθες τη νύχτα».
«Ένας ψηλός;» είπε η Ζαρίν. «Με κόκκινα μαλλιά και γκρίζα μάτια; Που κρατούσε κάτι που λάμπει τόσο δυνατά που σου πονούν τα μάτια; Σε ένα μέρος που είναι όλο μεγάλες κολώνες από κοκκινόπετρα; Σιδερά, πες μου ότι δεν ήταν αυτό το όνειρό σου».
«Ορίστε», είπε η Μουαραίν. «Σήμερα άκουσα εκατό φορές να μιλάνε γι’ αυτό το όνειρο. Όλοι μιλούν για εφιάλτες —απ’ ό,τι φαίνεται, ο Μπε’λάλ δεν νοιάζεται να κρύψει τα όνειρά του― αλλά γι’ αυτόν πάνω απ’ όλους». Γέλασε ξαφνικά, κάνοντας έναν ήχο σαν αργό, ήρεμο καμπάνισμα. «Οι άνθρωποι λένε ότι είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Λένε ότι έρχεται. Το ψιθυρίζουν έντρομοι στις γωνιές, αλλά μιλάνε γι’ αυτό».
«Και τι γίνεται με τον Μπε’λάλ;» ρώτησε ο Πέριν.
Η απάντηση της Μουαραίν ήταν σαν ψυχρό ατσάλι. «Θα ασχοληθώ μαζί του απόψε». Δεν υπήρχε οσμή φόβου πάνω της.
«Θα ασχοληθούμε μαζί του απόψε», της είπε ο Λαν.
«Ναι, Γκαϊντίν μου. Θα ασχοληθούμε».
«Κι εμείς τι θα κάνουμε; Θα κάτσουμε εδώ να περιμένουμε; Όλο αναμονή, αναμονή... Φτάνει πια, Μουαραίν».
«Εσύ και ο Λόιαλ —και η Ζαρίν― θα πάτε στην Ταρ Βάλον», του είπε. «Μέχρι να τελειώσουν όλα αυτά. Θα είναι το ασφαλέστερο μέρος για εσάς».
«Πού είναι ο Ογκιρανός;» είπε ο Λαν. «Θέλω να ξεκινήσετε οι τρεις σας για το βορρά το συντομότερο δυνατόν».
«Πάνω, φαντάζομαι», είπε ο Πέριν. «Στο δωμάτιό του, ή ίσως στην τραπεζαρία. Βλέπω φώτα στα παράθυρα εκεί πάνω. Όλο δουλεύει πάνω στις σημειώσεις του. Φαντάζομαι ότι θα έχει να πει πολλά στο βιβλίο του για το ότι το σκάμε». Ξαφνιάστηκε από την πίκρα της φωνής του. Φως μου, βλάκα, θέλεις να αντιμετωπίσεις έναν Αποδιωγμένο; Όχι. Όχι, αλλά κουράστηκα να τρέχω. Θυμάμαι που κάποτε δεν τρέχαμε. Θυμάμαι που σταθήκαμε και πολεμήσαμε και ήταν καλύτερα. Ακόμα κι όταν νόμιζα ότι θα πεθάνω, ήταν καλύτερα.
«Θα τον βρω», ανακοίνωσε η Ζαρίν. «Δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι θα χαρώ αν το σκάσουμε απ’ αυτή τη μάχη. Οι άντρες και οι βλάκες πολεμούν εκεί που πρέπει να το σκάσουν. Αλλά εμένα δεν χρειάζεται να μου το πεις δεύτερη φορά». Προχώρησε μπροστά τους και τα στενά, διχαλωτά φουστάνια της θρόισαν καθώς έμπαινε στο πανδοχείο.