Ο Πέριν κοίταξε ολόγυρα στην κοινή αίθουσα, καθώς ακολουθούσαν τη Ζαρίν στην πίσω σκάλα. Στα τραπέζια υπήρχαν λιγότεροι απ’ όσους θα περίμενε. Κάποιοι κάθονταν μόνοι, με θολό βλέμμα, αλλά όπου ήταν καθισμένοι δυο και τρεις μαζί, μιλούσαν με φοβισμένους ψιθύρους, τους οποίους τα αυτιά του μετά βίας μπορούσαν να πιάσουν. Ακόμα κι έτσι, όμως, άκουσε τρεις φορές τη λέξη «Δράκοντας».
Καθώς έφταναν στο κεφαλόσκαλο, άκουσε άλλον ένα μαλακό ήχο, ένα γδούπο, σαν κάτι να έπεφτε στην ιδιωτική τραπεζαρία. Κοίταξε προς τα κει, από την άκρη του χωλ. «Ζαρίν;» Καμία απάντηση. Ένιωσε τις τρίχες του σβέρκου του να σηκώνονται και προχώρησε προς τα κει. «Ζαρίν;» Άνοιξε την πόρτα. «Φάιλε!»
Κείτονταν στο πάτωμα, κοντά στο τραπέζι. Ενώ έκανε να χιμήξει στο δωμάτιο, η προστατική κραυγή της Μουαραίν τον σταμάτησε.
«Σταμάτα, ανόητε! Σταμάτα, για τη ζωή σου!» Η Μουαραίν πέρασε αργά το διάδρομο, με το κεφάλι της να γυρίζει ολόγυρα, σαν να αφουγκραζόταν κάτι, ή σαν να έψαχνε για κάτι. Ο Λαν ακολούθησε με το χέρι στο σπαθί του — κι ένα βλέμμα στα μάτια του σαν να ήξερε ήδη ότι το ατσάλι δεν θα βοηθούσε. Η Μουαραίν έφτασε στην πόρτα και σταμάτησε. «Κάνε πίσω, Πέριν. Κάνε πίσω!»
Αυτός κοίταξε με αγωνία τη Ζαρίν. Τη Φάιλε. Κείτονταν εκεί, στο πάτωμα, σαν νεκρή. Στο τέλος, ανάγκασε τον εαυτό του να οπισθοχωρήσει από την πόρτα, αφήνοντάς την ανοιχτή και στάθηκε σε σημείο που να μπορεί να βλέπει την πεσμένη κοπέλα. Έμοιαζε νεκρή. Δεν έβλεπε το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει. Ήθελε να ουρλιάξει. Έσμιξε τα φρύδια, κούνησε το χέρι, το χέρι με το οποίο είχε σπρώξει την πόρτα για να ανοίξει, ανοιγόκλεισε τα δάχτυλα. Το ένιωσε να μυρμηγκιάζει, σαν να είχε χτυπήσει τον αγκώνα του. «Δεν θα κάνεις τίποτα, Μουαραίν; Αν δεν κάνεις κάτι, θα πάω δίπλα της».
«Στάσου ακίνητος, αλλιώς δεν θα πας πουθενά», του είπε αυτή ήρεμα. «Τι είναι αυτό στο δεξί της χέρι; Σαν να της γλίστρησε από το χέρι καθώς έπεφτε κάτω. Δεν το διακρίνω».
Της έστειλε μια άγρια ματιά και ύστερα κοίταξε το δωμάτιο. «Ένας σκαντζόχοιρος. Μοιάζει με σκαντζόχοιρο σκαλισμένο σε ξύλο. Μουαραίν, πες μου τι συμβαίνει! Τι έγινε; Πες μου!»
«Ένας σκαντζόχοιρος», μουρμούρισε εκείνη. «Ένας σκαντζόχοιρος. Κάνε σιωπή, Πέριν. Πρέπει να σκεφτώ. Το αισθάνθηκα να ενεργοποιείται. Νιώθω τα απομεινάρια των ροών που υφάνθηκαν για να το φτιάξουν. Πνεύμα. Αγνό Πνεύμα και τίποτα άλλο. Σχεδόν τίποτα δεν χρησιμοποιεί αγνές ροές Πνεύματος! Γιατί άραγε αυτός ο σκαντζόχοιρος με κάνει να σκέφτομαι το Πνεύμα;»
«Τι ένιωσες να ενεργοποιείται, Μουαραίν; Τι έφτιαξαν; Παγίδα;»
«Ναι, παγίδα», είπε αυτή, με την ενόχληση να ροκανίζει τη γαλήνια αταραξία της. «Μια παγίδα που είχε στόχο εμένα. Θα έμπαινα πρώτη σε αυτό το δωμάτιο, αν δεν είχε τρέξει η Ζαρίν μπροστά μου. Ο Λαν κι εγώ σίγουρα θα πηγαίναμε εκεί, για να καταστρώσουμε τα σχέδια μας και να περιμένουμε το δείπνο. Τώρα, δεν πρόκειται να περιμένω το φαγητό. Κάνε ησυχία, αν θέλεις να βοηθήσω την κοπέλα. Λαν! Φέρε μου εκείνο τον πανδοχέα!» Ο Πρόμαχος κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά.
Η Μουαραίν βημάτιζε πέρα-δώθε στο διάδρομο και μερικές φορές σταματούσε για να κοιτάξει από την πόρτα, μέσα από τα βάθη της κουκούλας της. Ο Πέριν δεν έβλεπε κάποιο σημάδι ότι η Ζαρίν ζούσε. Το στήθος της δεν σάλευε. Προσπάθησε να ακούσει το χτυποκάρδι της, αλλά ακόμα και για τα αυτιά του κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.
Όταν επέστρεψε ο Λαν, σπρώχνοντας μπροστά του το φοβισμένο Τζούραχ Χάρετ από το σβέρκο, η Άες Σεντάι έπεσε πάνω του. «Υποσχέθηκες να κρατήσεις αυτό το δωμάτιο μόνο για μένα, αφέντη Χάρετ». Η φωνή της ήταν σκληρή και κοφτερή, σαν μαχαίρι γδαρσίματος. «Να μην επιτρέψεις ούτε στις υπηρέτριες να έρθουν για να καθαρίσουν, παρά μόνο αν θα ήμουν παρούσα κι εγώ. Ποιον άφησες να μπει, αφέντη Χάρετ; Πες μου!»
Ο Χάρετ έτρεμε σαν γαβάθα με πουτίγκα. «Μ-μόνο τις δ-δύο αρχόντισσες, κυρά. Ή-ήθελαν να σου αφήσουν μια έκπληξη. Το ορκίζομαι, κυρά. Μ-μου το έδειξαν. Ένα μικρό σ-σκαντζόχοιρο. Εί-είπαν ότι θ-θα ξαφνιαζόσουν».
«Ξαφνιάστηκα, πανδοχέα», είπε αυτή ψυχρά. «Άφησε με! Και αν ψιθυρίσεις λέξη γι’ αυτό, ακόμα και στον ύπνο σου, θα γκρεμίσω αυτό το πανδοχείο και θα αφήσω μια τρύπα στο χώμα!»
«Μ-μάλιστα, κυρά», ψιθύρισε εκείνος. «Το ορκίζομαι! Στ’ αλήθεια το ορκίζομαι!»
«Φύγε!»
Ο πανδοχέας έπεσε κάτω, πάνω στη βιασύνη του να φτάσει τη σκάλα και κατηφόρισε με γδούπους, που έδειχναν ότι έπεσε κι άλλες φορές καθώς έτρεχε.